Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Χρ. Γιανναράς, Ίμια οιμώζουσα

Ένα σημαντικότατο άρθρο του Χρήστου Γιανναρά, που δημοσιεύθηκε στην "Καθημερινή" λίγες μέρες μετά τα γεγονότα των Ιμίων.
 
Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ
(«Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 4/2/1996,σελ.25)

Στη βραχονησίδα Ίμια δεν κρίθηκε μια κυβέρνηση και μια στρατιωτική ηγεσία. Κρίθηκε συνολικά ό,τι έχουμε χτίσει ως κρατικό και κοινωνικό οικοδόμημα εδώ και μερικές δεκαετίες. Και συγκρίθηκε με τη σοβαρότητα των Τούρκων. Ναι, η Τουρκία ζει σε μόνιμη κοινωνική και πολιτική κρίση, ασελγεί συνεχώς σε κάθε έννοια Διεθνούς Δικαίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όμως τον βαρβαρικό της ρόλο τον παίζει σοβαρά, με συνέπεια και πυγμή. Προμελετημένα και ευφυέστατα κατακτούν οι Τούρκοι, βήμα προς βήμα, ηγεμονικό ρόλο στην περιοχή. Αυτό επιδιώκουν και ξέρουν πως να το πετύχουν. Έχουν σοβαρότητα, που λείπει από μας τραγικά.
Το δικό μας κράτος τρέμει μπροστά στους χουλιγκάνους καταληψίες του Πολυτεχνείου, που να βρει ανάστημα για να το υψώσει απέναντι στην ευφυέστατη στρατηγική των Τούρκων; Πως να επιδείξει σοβαρότητα ένα κράτος που δυο ολόκληρους μήνες σερνόταν στον ωνάσειο εξευτελισμό κάθε πολιτικής και συνταγματικής αξιοπρέπειας; Γι’ αυτό και φτάσαμε στον ανήκουστο διασυρμό. Κράτος που να πατούν εισβολείς στο έδαφος του, και αυτό να μαζεύει τις σημαίες και τα όπλα του και να αποχωρεί, με τον όρο να αποχωρήσουν και οι εισβολείς, έστω κι αν θριαμβολογούν για ιδιοποίηση των καταπατημένων. Ποιο ανάλογο, τέτοιου εσχάτου αυτοεξευτελισμού, μπορούμε να επικαλεσθούμε;
Ομολογήθηκε καίρια από το βήμα της Βουλής: Δεν είμαστε παρασκευασμένοι, έχουμε καίρια υστερήματα, μας λείπουν ακόμα πολλά για να μπορέσουμε να αντισταθούμε σθεναρά στην τουρκική ανομία και βαρβαρότητα. Αλλά τι ακριβώς μας λείπει; Μια ευφυής πολιτική, μια τολμηρή διπλωματία και εύστροφη στρατηγική χρειάζεται ανθρώπους με έκτακτη παιδεία, καλλιέργεια και ιστορική συνείδηση, που η Ελλάδα πια δεν τους παράγει. Χρειάζεται κυρίως φρόνημα και αίσθηση πατρίδας-άμεση αίσθηση ότι η βραχονησίδα Ίμια είναι εξίσου και ακραιφνώς Ελλάδα όσο και η πλατεία Συντάγματος. Με απαίδευτους ή αφελληνισμένους πολιτικούς, μεταπράτες ευρωπαϊκών ιδεολογημάτων, δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρχει εμπνευσμένη οξύνοια, τόλμη.
Κάποιες μοναχικές φωνές κραυγάζουν από χρόνια ότι η εξωτερική πολιτική αρχίζει με το φρόνημα και την αυτοσυνειδησία που μεταγγίζουμε από το δημοτικό σχολείο, μα κάτι τέτοιο σήμερα λογαριάζεται σαν «εθνικισμός», «σοβινισμός», «σκοταδιστική συντήρηση». Ποιος είναι διατεθειμένος σήμερα να πολεμήσει για την «πατρίδα», ποια ποιότητα ζώσα ταυτίζεται στις συνειδήσεις μας με την πατρίδα, ποια ιστορία, ποια γλώσσα, ποια ιερά, ποια ελευθερία γνωρίζει ο Έλληνας πάρεξ την καταναλωτική;
Στη βραχονησίδα Ίμια ξεγυμνώθηκε θεαματικά η ανθρωπολογική μας έκπτωση, η κοινωνική παρακμή μας. Πίσω από τους ανθρώπους που πήραν έμφοβοι τις αποφάσεις, που έμειναν εκτεθειμένοι για κραυγαλέες παραλείψεις, για κωμικές παλινωδίες, που μέτρησαν τα δεδομένα με κοντόθωρο μικρονοϊκό ωφελιμισμό, πίσω από τους ενόχους αυτής της ανατριχιαστικής ταπείνωσης του Γένους των Ελλήνων, βρίσκεται ο καθένας μας, βρισκόμαστε όλοι μας. Βρίσκεται ο αεριτζής νεόπλουτος, ο καταχραστής εργολήπτης, ο φοροφυγάς, ο διορισμένος με κομματικό σημείωμα, ο ανάλγητος για το «κοινωνικό κόστος» συνδικαλιστής. Βρίσκεται ο Έλληνας-έρμαιο της κρετινικής «ψυχαγωγίας» των τηλεοπτικών καναλιών και του κρατικού τζόγου, βρίσκεται η διαλυμένη για λόγους «εκδημοκρατισμού» παιδεία μας, η αφελληνισμένη μας διανόηση.
Η αφαιρετική σύνοψη όλης αυτής της ευτέλειας και αποσύνθεσης συγκρότησε τη νοοτροπία και τακτική, τελικά τον ανθρωπολογικό τύπο του σημερινού Έλληνα που ορθώθηκε στη βραχονησίδα να αναμετρηθεί με τους Τούρκους. «Ως νάνος τανυόμενος επ’ άκρων ονύχων» ρητόρευσε, απείλησε, και ύστερα υπάκουσε στα αμερικάνικα κελεύσματα αποχώρησε γυμνώνοντας τα οπίσθια του.
Το πιο απελπιστικό: Την επομένη, δίχως αιδώ και λύπη, κυριολεκτικά αναίσχυντος, ξανάρχισε την κομματική αηδιαστική αντιδικία: «Εμείς, με τη στρατηγική των γυμνών οπισθίων αποφύγαμε να καθήσουμε σε τραπέζι διαπραγματεύσεων με τους Τούρκους, ενώ εσείς είχατε προσπαθήσει να πουλήσετε τις βραχονησίδες».
Αυτόν τον Έλληνα -εμάς όλους- συνόψισε και εκπροσώπησε στην πρόσφατη κρίση η νέα «εκσυγχρονιστική» μας κυβέρνηση. Είναι κρίμα, είναι οδύνη, γιατί στηρίξαμε όλοι στον πρωθυπουργό και σε κάποια στελέχη του καίριες ελπίδες ανάκαμψης από τη συλλογική έκπτωση. Τουλάχιστον, αυτή η τόσο πρώιμη αποτυχία τους, το βαρύτατο στίγμα που ανεξάλειπτα πια τους βαραίνει ας λειτουργήσει σαν κραδασμός για την αφύπνιση μας στα ουσιώδη.
Με ταπείνωση και σεμνότητα να αποδείξουν ότι κατάλαβαν τι σήμαινε το καινούργιο 1897: Η παιδεία, ο πολιτισμός, η αυτοσυνειδησία, το φρόνημα είναι οι προϋποθέσεις για την επιβίωση, την ποιότητα της ζωής, την αξιοπρέπεια μας των Ελλήνων. Για να σοβαρέψει επιτέλους κάποτε το κωμικό και ανυπόληπτο κράτος μας.


PHILOTIMO AND LEVENTIA: The Orthodox Church of Finland

photo from here

To see the post click here:


π. Ηλίας Υφαντής, Μακάριοι (Στους Τρεις Ιεράρχες)


Μακάριοι:
Αυτοί, που παιδικά έμαθαν να σκέφτονται
Κι ο στοχασμός τους
Αναβλύζει, σαν το πρόσχαρο νερό
Απ’ τη χαλικόστρωτη βρυσούλα,
Όπως το άρωμα απ’ το βυσσινί γαρύφαλλο
Και η γλυκάδα απ’ το κέρινο σταφύλι.
Μακάριοι:
Αυτοί, που έμαθαν να χειρουργούν
Με το νυστέρι του θαύματος
Και να βλέπουν,
Πέρα απ’ τα σύνορα του κόσμου και της ιστορίας,
Το απέριττο εργαστήρι του Θεού,
Όπου υφαίνονται
Τα πράγματα και τα γεγονότα
Με τον αέρα της ελευθερίας
Και τη φλόγα του πνεύματος.
Μακάριοι:
Αυτοί, που μπόρεσαν να πιστέψουν τα απίστευτα,
Να δουν τη δύναμη μες στην αδυναμία,
Το μεγαλείο μες στην αθλιότητα…
Και, πέρα απ’ το σκοτεινό ερωτηματικό του θανάτου,
Τον ολόλαμπρο ήλιο της Ανάστασης!…



Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Για τους Τρεις Ιεράρχες








ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ, Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΚΟΙΝΩΝΙΟΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

 
    Υπενθύμιση παλιότερης ανάρτησης.  
Πρώτη δημοσίευση στις 30-1-2010

Του Γ. Μ. Βαρδαβά
 

Την 30η Ιανουαρίου η εκκλησία μας τιμά τους «τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος» Βασίλειο το Μέγα, Γρηγόριο το Θεολόγο και Ιωάννη το Χρυσόστομο. Πρότυπα αγιότητας, ασκητικότητας, παιδείας αλλά και κοινωνικοκεντρικού βίου οι Τρεις τους συνέζευξαν αρμονικά το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με τη χριστιανική διδασκαλία γι’ αυτό και δικαίως έχουν χαρακτηριστεί ως προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας.
Σε μια εποχή έντονης σύγχυσης και προβολής του νεωτερικού προτύπου ως δογματικώς αυταποδείκτου προτάγματος καθολικής αξίας πολλές είναι οι «φωνές» που «εις μάτην» προσπαθούν να σχετικοποιήσουν την αξία του βίου και του έργου τους.
Σε αυτά προστίθενται οι γνωστές δήθεν (νέο-)«φωταδιστικές» προσπάθειες αποδόμησης τους, που εδράζονται στην επαρχιώτικη απομίμηση –ούτε καν αντιγραφή- ξένων πολιτιστικών προτύπων και παραδόσεων. Η μεταμοντερνιστική –μηδενιστική μόδα, που τόσο όψιμα έφτασε στη χώρα μας, και που βασικό της πρόταγμα έχει την απαξίωση όλων των αξιών, με ειρωνικό τρόπο καταδυναστεύει κάθε υπερατομική αξία και καθιστά τον άνθρωπο «άτομο», υποκείμενο στη συστημική απροσωπία. Κάθε έννοια κοινωνικότητας, συλλογικότητας, προσωπικής ή συμβολικής ετερότητας καταλύεται και λοιδορείται. Σημασία έχει «να είσαι ο εαυτός σου», ήτοι μόνον ό,τι προτάσσει το συμφέρον σου.
Αυτή η αποθέωση της ατομικότητας, όχι μόνο εξαίρεται, αλλά θεωρείται από κάποιους διανοούμενους ως η λύση στην κρίση των καιρών μας. Το πρόβλημα -κατ’ αυτούς- εστιάζεται στην κρίση της εξατομίκευσης. Είμαστε «πίσω» οντολογικά και υπαρξιακά. Για να πάμε λοιπόν «μπροστά» θα πρέπει να καταστούμε «άτομα», έρμαια της απροσωπίας των νεωτερικών συστημάτων και της κερδοσκοπίας των «εχόντων και κατεχόντων» ελίτ. Αυτή η λογική του νεωτερικού μονόδρομου απαξιώνει κάθε έννοια πολιτιστικής ιδιοπροσωπίας και ετερότητας. Με τον τρόπο όμως αυτό ό,τιδήποτε προ-νεωτερικό απαξιώνεται, θεωρείται «γραφικό», ενώ παράλληλα καταδυναστεύονται και τα κοινωνικά προτάγματα, οι κοινωνικοί αγώνες, τα σύμβολα του λαού μας, η συλλογική ετερότητα.
Φυσικά οι φωνές αυτές αγνοούν (ή καλύτερα: τους συμφέρει να αγνοούν) ότι κάτι τέτοιο αντίκειται στην παράδοση και την ιδιοπροσωπία μας, που συνδέεται με το κοινοτικό πνεύμα και την οντολογική προτεραιότητα των σχέσεων κοινωνίας. Δεν κατανοούν ότι «άλλο ανατολή και άλλο δύση», αλλά προσπαθούν με κάθε τρόπο να μας καταστήσουν καταναλωτές υπακούοντας στις ορέξεις των ολίγων, που τόσο άνετα υπηρετούν, «οργανικοί» όντες. Δεν νομίζω ότι υπάρχει αμφιβολία ότι η πνευματική μας ηγεσία περνά κρίση ταυτότητας και ότι ποδηγετείται (για να μην πω «εξαγοράζεται») από συγκεκριμένες «ομάδες συμφερόντων». Φυσικά υπάρχουν πολλές εξαιρέσεις. Αλλά ας μην μακρηγορούμε άλλο κι ας επανέλθουμε στο προκείμενο.
Ο Μέγας Βασίλειος (330 – 379) γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Βασίλειος και ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου. Η μητέρα του ονομαζόταν Εμμέλεια και έδωσε πολύ επιμελημένη αγωγή στο γιο της. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε από τον πατέρα του και μετά φοίτησε σε διάφορα σχολεία της πατρίδας του και του Βυζαντίου. Όταν έγινε 20 χρονών πήγε στην Αθήνα, όπου δίδασκαν διαπρεπείς δάσκαλοι τα ελληνικά γράμματα, τη φιλοσοφία, τη ρητορική κ.λπ. Εκεί συναντήθηκε με το Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, που τον γνώριζε από την Καισάρεια, και συνδέθηκαν με μια σπάνια φιλία. Ο Βασίλειος έμεινε στην Αθήνα 4 χρόνια και σπούδασε ελληνική φιλολογία, φιλοσοφία, ρητορική, γεωμετρία, αστρονομία και ιατρική.
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος(328-391) γεννήθηκε στην Αριανζό, ένα χωριό κοντά στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας. Ανατράφηκε με ιδιαίτερη φροντίδα από τη χριστιανή μητέρα του Νόννα. Έκανε ανώτερες σπουδές στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου γνώρισε το Βασίλειο και συνδέθηκε μαζί του με στενή φιλία. Συνέχισε τις σπουδές του στις φιλοσοφικές σχολές της Καισάρειας, της Παλαιστίνης, της Αλεξάνδρειας και της Αθήνας. Εκεί ξαναβρέθηκε με το Βασίλειο και η φιλία τους έγινε πιο μεγάλη.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (354 – 407) γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας. Ο πατέρας του Σεκούνδος ήταν ανώτερος αξιωματικός του συριακού στρατού. Η μητέρα του Ανθούσα έμεινε χήρα σε ηλικία 20 χρονών. Κύριο έργο της ήταν η ανατροφή και η μόρφωση του γιου της. Ο Ιωάννης είχε δάσκαλο στη ρητορική το Λιβάνιο και στη φιλοσοφία τον Ανδραγάθιο. Άσκησε για ένα διάστημα το επάγγελμα του δικηγόρου ή του ρητοροδιδάσκαλου. Βλέποντας όμως τις αδικίες των δικαστηρίων ακολούθησε θεολογικές σπουδές στην ακμάζουσα Θεολογική Σχολή της Αντιόχειας και κατόπιν στην Αλεξάνδρεια. Το όνομά του συνδεόταν με την έμφυτη ρητορική δεινότητα και ευγλωττία, εξ’ ου και το Χρυσόστομος, αλλά και με τη θεολογική, ψυχολογική και κοινωνική κατάρτιση και δράση. Ήταν λεπτή και πολυδιάστατη φύση. Διακρινόταν για τον ευθύ και ορμητικό του χαρακτήρα. Φερόταν με θάρρος προς τους ισχυρούς και με ηπιότητα προς τους αδυνάτους. Δεν ήταν λιγότερο σοφός από τους άλλους δύο ιεράρχες, απλά δε συστηματοποιούσε τις φιλοσοφικές του γνώσεις, τις παρουσίαζε με φυσικότητα, ζωντάνια και πάθος στα πλαίσια των έργων του. Αντιπροσωπευτικός για όλες τις εποχές ιεροκήρυκας, που μαστίγωνε με δριμύτητα τις δεισιδαιμονίες, την κοινωνική αδικία και την αθλιότητα.
Από το τεράστιο έργο τους θα σταχυολογήσουμε ελάχιστες μόνο αναφορές τους περί αγωγής και παιδείας:

α. Για την αγωγή και την εν γένει συμπεριφορά των νέων ο Μ. Βασίλειος τονίζει: «Χρειάζεται ὁ νέος νά μάθει νά ἐρωτᾶ χωρίς ἐριστικότητα καί νά ἀπαντᾶ χωρίς ὑπεροψία. Νά μή διακόπτει τόν συνομιλητή του, οὔτε νά παρεμβάλλει τά δικά του λόγια ἐπιδεικτικά. Ἄν ἔχει διδαχθῆ κάτι ἀπό ἄλλον νά μήν τό κρύβει σά νά ἦταν δική του σκέψη, ἀλλά νά φανερώνει τίνος εἶναι».

β. Ποιος είναι ο καλός δάσκαλος;

Σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο:«Ὁ καλός δάσκαλος εἶναι ἀπαλλαγμένος ἀπό φθόνο καί ἔπαρση. Θέλει οἱ ἀρετές νά γίνουν κοινό κτῆμα τῶν μαθητῶν του, θέλει μόνο νά τούς ἐξισώσει σέ ὅλα μέ τόν ἑαυτό του» (Περί Παρθενίας).Κι αλλού: «Γιατί αὐτό κυρίως εἶναι τό γνώρισμα τοῦ πραγματικοῦ δασκάλου, τό νά συμπάσχει στίς συμφορές τῶν μαθητῶν του, τό νά θρηνεῖ καί νά πενθεῖ γιά τά τραύματα αὐτῶν πού ἔχει στήν εὐθύνη του» (ομιλία 28). Σωστός δάσκαλος λέει ο Χρυσόστομος στην 30η ομιλία του είναι αυτός «που διδάσκει μᾶλλον παρά πού ἐλέγχει, που παιδαγωγεῖ παρά πού τιμωρεῖ, που βάζει τάξη παρά πού διαπομπεύει».

γ. Ποιος είναι αληθινά μορφωμένος;

Ας ακούσουμε την άποψη του αγίου Γρηγορίου: «Γιά μένα δέν εἶναι σοφός ἐκεῖνος πού ἔχει σοφία λόγου, οὔτε ἐκεῖνος πού παρουσιάζει μέν εὐφράδεια ἀλλά ἔχει ἄστατη καί ἀδιαμόρφωτη ψυχή, σάν τούς τάφους οἱ ὁποῖοι ἐξωτερικά μέν εἶναι ἐμφανίσιμοι καί ὡραῖοι ἐνῶ ἐσωτερικά κρύβουν πτώματα καί δυσωδία. Σοφό θεωρῶ ἐκεῖνον πού λέει μέν λίγα περί ἀρετῆς, ἀλλά παρουσιάζει πολλά μέ τή ζωή του καί ἐπιβεβαιώνει μέ τήν πράξη τήν ἀξιοπιστία τοῦ λόγου του. (Λόγος 16)».

Κι αλλού: «Σοφία εἶναι τό νά γνωρίζει κανείς τόν ἑαυτό του καί νά μήν ὑπερηφανεύεται». (Λόγος 32)».



δ. Η ευρύτητα της σκέψης των τριών Ιεραρχών φαίνεται από την θετική αξιολόγηση της τεχνικής παιδείας, της οποίας δέχονται την χρησιμότητα και σπουδαιότητα. Σε μια εποχή που οι χειρωνακτικές τέχνες θεωρούνταν ακόμα «βάναυσοι» (πρβλ. π.χ. τις αναφορές του Λουκιανού) , θα πει ο Χρυσόστομος: «Μη καταφρονώμεν των από χειρών τρεφομένων, αλ¬λά μάλλον αυτούς μακαρίσωμεν δια τούτο» (ΡG 51, 193).

Η κοινωνική τους διδασκαλία αξίζει να τονιστεί, γιατί εδράζεται στην ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, κατά το πρότυπο της πρώτης χριστιανικής κοινότητας των Ιεροσολύμων, την αγάπη και την κοινοχρησία.
Περιττό είναι να ειπωθεί ότι ενώ και οι τρεις προερχόταν από πάμπλουτες οικογένειες και θα μπορούσαν να κάνουν αυτό που λέμε «άνετη ζωή» μένοντας σε μια θεωρητική διδασκαλία του «σαλονιού», προτίμησαν να κάνουν τη θεωρία πράξη (η γνωστή Βασιλειάδα του Μεγάλου Βασιλείου που περιλάμβανε συγκρότημα ευαγών ιδρυμάτων είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα) και να μοιράσουν ολόκληρη την τεράστια περιουσία τους στους άπορους.
Η κοινωνιοκενρική τους διδασκαλία με άλλα λόγια δεν είναι ένα θεωρητικό ιδεολόγημα, αλλά θυσιαστική και αγαπητική πράξη.

Τελείως τηλεγραφικά σταχυολογώ τα εξής:

Ο Χρυσόστομος αναφέρει:«όπου γαρ το εμόν και το σον εκεί πάσα μάχης ιδέα και φιλονικίας υπόθεσις». Ο Μέγας Βασίλειος συμπληρώνει: «αν αυτός που απογυμνώνει το ντυμένο ονομάζεται λωποδύτης, αυτός που δεν ντύνει το γυμνό, αν και μπορεί να το κάνει, δεν είναι το ίδιο;». Και ο Γρηγόριος τονίζει: «Μην τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».

Η απάντηση τους στο κοινωνικό πρόβλημα που ακόμα σοβεί, είναι απάντηση της πράξης.

Δείγμα του ρηξικέλευθου αλλά και βαθιά ανθρωπιστικού πνεύματος που διακατείχε το Χρυσόστομο αποτελεί το γεγονός ότι και αυτή ακόμα η ύπαρξη εκκλησιαστικής περιουσίας τον ενοχλούσε, αν και τα εισοδήματα της δεν ήταν υπέρμετρα. Τον ενοχλούσε μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε συνιστούσε στους πιστούς αντί να δίνουν χρήματα για τη διακόσμηση των ναών να τα δίνουν αυτοπροσώπως στους φτωχούς. Έτσι εξυψώνεται το ανθρώπινο πρόσωπο και προάγεται η κοινωνικότητα.
Η ύπαρξη περιουσίας δικαιολογείται ωστόσο -κατά το Χρυσόστομο- εξαιτίας της απανθρωπίας εκείνων των χριστιανών, που δεν συνέβαλαν αποφασιστικά, ενώ είχαν τη δυνατότητα, στην καταπολέμηση των κοινωνικών διακρίσεων: «Σήμερα η εκκλησία έχει αγρούς, οικοδομές και εισπράξεις από νοίκια(…).Κι όλα αυτά τα έχει εξαιτίας της απανθρωπίας σας. Όλος αυτός ο πλούτος έπρεπε να βρίσκεται στα χέρια σας και τα έσοδα της εκκλησίας έπρεπε να προέρχονται από τη γενναιοδωρία σας. Τώρα όμως (…)εσείς δεν καρποφορείτε με προσφορές στην εκκλησία και οι ιερείς δεν μπορούν να προσφέρουν όσα πρέπει».
Και αλλού (PG 48, 656B) αναφέρει: «Πολλή φροντίδα πρέπει να έχει η εκκλησία ώστε ούτε να της περισσεύει, αλλ’ ούτε να της λείπει τίποτα, άλλα όσα εισπράττει να τα σκορπίζει γρήγορα σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη».
Η γλώσσα του Χρυσοστόμου ξαφνιάζει. Είναι σκληρή, αλλά συνάμα τίμια και ρεαλιστική: «Καθημερινά βλασφημείται ο θεός από μας εξαιτίας των αρπαγών και της πλεονεξίας μας. Η αρρώστια αυτή κατάλαβε όλη την οικουμένη και τις ψυχές όλων. Κηρύττουμε το Χριστό και υπηρετούμε το χρυσό»(PG 59,413B-414B).
Η αναφορά μας αυτή δεν είναι απαραίτητο να συνδεθεί με τη θλιβερή επικαιρότητα. Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι άλλο ορθοδοξία και άλλο σχολαστικισμός ή πιετισμός ή φονταμενταλιστικός«ταλιμπανισμός», όπως επίσης άλλο αυθεντική διδασκαλία και άλλο σύγχρονη «εκκοσμικευμένη» παραφθορά.

Οι Τρεις Ιεράρχες έλαμψαν ως ασκητές, μεγαλούργησαν ως θεολόγοι, συνέδεσαν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με τη χριστιανική διδασκαλία, άφησαν σε όλους μας παρακαταθήκη αξιών σε κοινωνικό, παιδαγωγικό, φιλοσοφικό επίπεδο. Πνεύματα φωτεινά με απέραντη αγάπη στον άνθρωπο και στην εκκλησία άνοιξαν νέους ορίζοντες στην ελληνική παιδεία και έκαναν τη χριστιανική διδασκαλία επίκαιρη σε κάθε εποχή. Αληθινοί φάροι ορθοδοξίας, πίστης και ζωής ας αποτελέσουν παράδειγμα για όλους μας στους καιρούς της κρίσεως που βιώνουμε.
Η σύγχρονη εκπαιδευτική κοινότητα ας εμπνευστεί από το ήθος των Τριών Ιεραρχών και ας αντλήσει από την πολυποίκιλη διδασκαλία τους στοιχεία που θα βοηθήσουν στην ουσιαστική ανανέωση της παρεχόμενης παιδείας με κεντρικά σημεία προσανατολισμού τον άνθρωπο, τη μόρφωση, τη διαμόρφωση στοιχειώδους καλλιέργειας, το σεβασμό της ετερότητας, το κοινοτικό πνεύμα, την καταπολέμηση κάθε είδους «αποκλειστικότητας» ρατσισμού και ξενοφοβίας και την ειρήνη.

Βιβλιογραφικά


  • Ηλία Βουλγαράκη, Χριστιανισμός και κόσμος, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1993
  • Χρ. Γιανναρά, Το αλφαβητάρι της πίστης, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1983
  • Θεόδ. Ι. Ζιάκα, Ο σύγχρονος μηδενισμός, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2008
  • πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνού, Η πρόταση των Τριών Ιεραρχών για την παιδεία της Ευρώπης, στο http://www.impantokratoros.gr/dat/314CCF49/file.doc
  • Σάββα Αν. Σαββίδη, Οι τρεις Ιεράρχες ως πνευματικοί ηγέτες και παιδαγωγοί, στο http://www.theologika.gr/eishghseis/savvas/10.doc
  • π. Φιλόθεος Φάρος, Ήθος άηθες, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004
  • Τρεις Ιεράρχες και παιδεία: έξοδος στη Ζωή, στο http://www.dide.ach.sch.gr/thriskeftika/share/th_ierarxes.doc



Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Σ. Γουνελάς,Σημερινές όψεις της θεολογίας και η συζήτησή τους (βιβλιοκρισία στο "Έρως και θάνατος"του Χρ. Σταμούλη)

Βιβλιοκρισία του Σ. Γουνελά για το βιβλίο του Χρ. Σταμούλη
"Έρως και θάνατος", δημοσιευμένη στη "Θεολογία". Κάντε κλίκ στους παρακάτω συνδέσμους:


Ο Σωτήρης Γουνελάς για το "Σοκ και Δέος" του Α. Μέσκου


Διαβάστε στον παρακάτω σύνδεσμο μια πολύ ενδιαφέρουσα κριτική του Σωτήρη Γουνελά (που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Θεολογία") για το βιβλίο "Σοκ και δέος" του Α. Μέσκου:


Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Το τριετές μνημόσυνο του μακαριστού αρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου

Πηγή: Ρομφαία / φωτό: Γιώργος Κονταρίνης

Με θρησκευτική κατάνυξη τελέστηκε σήμερα στον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Π. Φαλήρου (Παναγίτσα) το τριετές μνημόσυνο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου.
Της πολυαρχιερατικής Θ. Λειτουργίας προεξήρχε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, συμπαραστατούμενος από τους Μητροπολίτες Σάμου Ευσέβιο, Καστορίας Σεραφείμ, Κασσανδρείας Νικόδημο, Σύρου Δωρόθεο, Νέας Σμύρνης Συμεών, Φλωρίνης Θεόκλητο, Ύδρας Εφραίμ, Σερρών Θεολόγο, Κερκύρας Νεκτάριο, Σιδηροκάστρου Μακάριο, Πειραιώς Σεραφείμ, Καισαριανής Δανιήλ, Δημητριάδος Ιγνάτιο και Κυθήρων Σεραφείμ.
Να σημειωθεί, ότι το τριετές μνημόσυνο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, τελέστηκε στο Ναό της Κοιμήσεως Θεοτόκου Π. Φαλήρου μετά από πρόταση του Σεβ. Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης κ. Συμεών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ναός ήταν κατάμεστος, ενώ πολλοί συνεργάτες του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου μετά βίας κρατούσαν τα δάκρυα τους.
Για τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο μίλησε ο Σεβ. Μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας κ. Ευσέβιος, ο οποίος στη αρχή της ομιλία του υπογράμμισε, ότι «εδώ στον ιερό ναό της Παναγίτσας υπηρέτησε επί μια δεκαετία ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος από το 1963 έως το 1974. Υπηρέτησε προτού ανέβει στο Επισκοπικό αξίωμα, ως προϊστάμενος και ιεροκήρυκας. Εγώ είχα την τιμή να συλλειτουργώ μαζί του, από την θέση του διακόνου».
Ο Μητροπολίτης Σάμου κ. Ευσέβιος, εν συνεχεία τόνισε: «Έχω τη γνώμη ότι δεν υπάρχει καλύτερος χαρακτηρισμός για την έξοχη αυτή εκκλησιαστική προσωπικότητα, από τον λόγο του Αποστόλου Παύλου που ακούσαμε σήμερα να απευθύνει προς τον μαθητή του Τιμόθεο. Όπως ο ίδιος εξηγεί τον σκοπό που ελεήθηκε από τον Θεό για να γίνει υπόδειγμα για όλους εκείνους που έμελλε να πιστέψουν στον Θεό, έτσι τηρουμένων των αναλογιών και ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος υπήρξε προς υποτύπωση των μελών πιστεύειν επ΄ αυτώ».
«Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος ήταν τύπος και παράδειγμα στο ιερό θυσιαστήριο, ιερουργούσε με παραδειγματικό τρόπο. Τύπος και παράδειγμα στον ιερό άμβωνα, τον οποίο κόσμησε με την πλατεία νομική, θεολογική και κοινωνική του μόρφωση, την ρητορική του δεινότητα, τη γνώση της Αγίας Γραφής και της Ιεράς παραδόσεως. Τύπος και παράδειγμα στο πλούσιο συγγραφικό έργο. Τύπος και παράδειγμα τα επί 24 έτη καρποφόρου ποιμαντορίας και διακονίας του, στην Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος με το πλούσιο πνευματικό, κοινωνικό, φιλανθρωπικό και συγγραφικό έργο», πρόσθεσε ο κ. Ευσέβιος.
Επίσης, υπογράμμισε: «Ο μακαριστός Χριστόδουλος ήταν τύπος και παράδειγμα στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών, το ποίμνιο του οποίου αγωνίστηκε να καλλιεργήσει πνευματικά να οικοδομήσει εν Χριστώ. Τύπος και παράδειγμα τα δέκα χρόνια αρχιεπισκοπικής διακονίας του, όπου έζησε πολλές και σημαντικές στιγμές, αλλά και γεγονότα και περιόδους δύσκολες. Σε κάθε περίπτωση όμως ενεργούσε σύμφωνα με το αλάνθαστο κριτήριο της Εκκλησιαστικής του συνειδήσεως, μαζί με την αυθεντικότητα της προσωπικότητας του».
«Ο Θεός και πατέρας μας επέτρεψε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος να δοκιμαστεί στο καμίνι της αρρώστιας, στάθηκε ωστόσο όρθιος μέχρι τέλους και υπέμεινε την δοκιμασία αγόγγυστα. Σήκωσε τον καύσωνα της ασθενείας του με θαυμαστό τρόπο, θαρραλέα, αισιόδοξα, ελπιδοφόρα, προσευχητικά και παρακλητικά ώστε να γίνει το θέλημα του Θεού», ανέφερε ακόμη ο Μητροπολίτης Σάμου.
Σε άλλο σημείο της ομιλίας του τόνισε: «Όσοι τον ζήσαμε από κοντά τον θαυμάζαμε, θαυμάζαμε την θεολογική του παιδεία, την λειτουργική του συνείδηση, την ποιμαντική του αγωνία, την εκπληκτική του ικανότητα να λαμβάνει τα μηνύματα της εποχής, την πολυγλωσσία, το μειδίαμα, την απλότητα, το φωτεινό πρόσωπο του, την παιδικότητα του και τέλος την ανεξικακία του».
Ο Μητροπολίτης Σάμου υπογράμμισε επίσης, ότι «ο Αρχιεπίσκοπος ήταν πολέμιος της παγκοσμιοποίησης, διώκτης του ανθελληνισμού, διώκτης της προσπάθειας της αποχριστιανοποιήσεως της Ευρώπης και του Ένθους μας. Ήθελε την Εκκλησία κέντρο της ζωής όλων μας, έκανε αυτοκριτική για τα λάθη του και ζήτησε συγνώμη».
«Καρδιακά επικοινώνησε με τον λαό μας, και ο λόγος του ξεχείλιζε από αγάπη και ευγνωμοσύνη για τον Χριστό. Αγώνας και αγωνία του να κηρυχθεί παντού η ελπίδα και η βεβαιότητα της σωτηρίας», πρόσθεσε ο κ. Ευσέβιος.
Επίσης, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Οι Έλληνες τον θυμούνται με νοσταλγία, τον αναζητούν γιατί ο Χριστόδουλος ως αγάπη, δεν πέρασε απαρατήρητος».
Ο Σεβ. Μητροπολίτης Σάμου, εν συνεχεία τόνισε: «Η μνήμη της μορφής του θα μας συνοδεύει πάντα, εξάλλου ο ίδιος τόνιζε ότι οι άνθρωποι του Θεού και όταν φεύγουν από την ζωή αυτή, δεν παύουν να ζουν και να κινούνται ανάμεσα μας. Πολλές φορές έχουμε ζωντανή την αίσθηση της παρουσίας του».
«Κατ΄ ανθρωπον έφυγε πρόωρα έτσι παρεχώρησε ο Κύριος, όμως τα έτη της διαβάσεως του και της αρχιερατικής του ποιμαντορίας παραμένουν και θα παραμείνουν ζωηρά, για ολόκληρο τον Ελληνικό λαό και τον Ορθόδοξο κόσμο», υπογράμμισε συγκινημένος ο κ. Ευσέβιος.
Κλείνοντας ο Μητροπολίτης Σάμου την ομιλία του, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι «χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου στο τρισάγιο τον περασμένο χρόνο, ο οποίος είχε υπογραμμίσει ότι πάντοτε οι προσωπικότητες οι δυνατές και πληθωρικές σαν του Χριστοδούλου αφήνουν ένα κενό πίσω.»
Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, από την πλευρά του δεν μίλησε υπογραμμίζοντας μόνο «να έχουμε την ευχή του, να έχουμε την ευχή του».




Η ομιλία του π. Ιωνά της Taiwan στη Χριστιανική Στέγη Πατρών

 

Κλικ εδώ:

Ο Θεός Αγάπη εστί



ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ: Ο κ. Α. Μέσκος και οι παρενέργειες της νοεράς προσευχής



Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Γ. Κοντογιώργης, Το ελληνικό πρόβλημα: το κράτος κατοχής και η έξοδος από την κρίση


 
1. Το δραματικό περιεχόμενο με το οποίο σημάνθηκε η ελληνική κρίση ανάγεται ευθέως στον χαρακτήρα της. Ενώ στις άλλες χώρες (Ιρλανδία, ΗΠΑ κλπ) η οικονομική κρίση συνδέεται με την ανατροπή της ισορροπίας που επήλθε μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς στο παγκόσμιο σύστημα1, στην ελληνική περίπτωση το κράτος είναι πρωτογενής αιτία της κρίσης. Η ελληνική οικονομία, συμπεριλαμβανομένων και των τραπεζών, δεν ενεπλάκησαν ούτε άμεσα ούτε σχεδόν έμμεσα στη διεθνή κρίση. Το κράτος μετακύλυσε την κρίση στη χώρα, την εξέθεσε στο διεθνές (και ευρωπαϊκό) πεδίο και τη μετέβαλε σε «παίγνιο» και, ενπολλοίς, σε «πειραματόζωο» των εξελίξεων που συντελούνται σ’ αυτό.
     Όντως, στις άλλες χώρες το πολιτικό σύστημα ενέχεται για την ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ κοινωνίας και αγοράς, με την ολοκληρωτική καθυπόταξη του κράτους στο διατακτικό της τελευταίας. Το κράτος όμως θα εξακολουθήσει να παρέχει υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος, καθώς η κοινωνία παραμένει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στον σκοπό της πολιτικής. Εξού και, στις άλλες χώρες, το κράτος είχε τη δυνατότητα και τη βούληση να αναλάβει τον ρόλο του διασώστη του οικονομικού συστήματος, λαμβάνοντας τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα. Αντιθέτως, στην ελληνική περίπτωση, η άρση των αιτίων της κρίσης ανεδείχθη σε διακύβευμα που συνέχεται ευθέως με τον χαρακτήρα του κράτους. Όντως, η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει την εξυπαρχής ανασυγκρότηση του κράτους και τον αναπροσανατολισμό του σκοπού της πολιτικής, ώστε να αναφέρεται στοιχειωδώς στο κοινό συμφέρον.
     Για να κατανοήσουμε το «ελληνικό πρόβλημα» πρέπει να έχουμε επίγνωση του χαρακτήρα του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εγκαλείται για τη βαθιά ριζωμένη ιδιοποίησή του και, συνάμα, για τον εκφαυλισμό του κρατικού μηχανισμού από το πολιτικό προσωπικό και τις δυνάμεις της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής. Εγκαλείται επίσης για την εγκατάσταση μιας σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής που διέρχεται από την «απο-συλλογικοποίηση» του κοινωνικού ιστού και, συγκεκριμένα, από την προσωπική εξάρτηση του πολίτη από τον πολιτικό. Έχω αναλύσει αλλού την αιτιολογία της δυσπλασίας αυτής του νεοελληνικού κράτους και των στρεβλώσεων που συνεπάγονται στη λειτουργία του2. Περιορίζομαι να υπογραμμίσω απλώς ότι η παθογένεια αυτή δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Συνθέτει τη σταθερά του από τη δεκαετία του 1830. Η μεταπολίτευση, μπορεί να ορισθεί απλώς ως η ολοκληρωτική επιστροφή του πολιτικού συστήματος στο καθεστώς της φαυλοκρατίας /κομματοκρατίας του β’ ημίσεως του 19ου αιώνα. Το κράτος αυτό είναι ευθέως υπόλογο για την αποδόμηση του ιστορικού ελληνισμού και την παραρτηματική πρόσδεση της ελληνικής κοινωνίας στο ηγεμονικό σύμπλεγμα της Εσπερίας.
     Η εγγενής αυτή παθογένεια του ελληνικού κράτους αποδίδεται, από την κρατική διανόηση, στην κοινωνία και στις κληρονομίες της. Η ελληνική κοινωνία, θα ισχυρισθεί, προσομοιάζει σε μια λατινοαμερικανικού τύπου περιφερειακή κοινωνία, που παρασύρει το κράτος σε μη «ευρωπαϊκές» συμπεριφορές. Περιττεύει να πω ότι η διάγνωση αυτή είναι στοχευμένη ιδεολογικά και, σε κάθε περίπτωση, ολοκληρωτικά εσφαλμένη. Το ελληνικό πρόβλημα είναι υπόλογο της αναντιστοιχίας του νεοτερικού κράτους προς το πολιτικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας. Το κράτος αυτό ενσαρκώνει ολοκληρωτικά το πολιτικό σύστημα, περιάγοντας την κοινωνία στο καθεστώς του ιδιώτη. Κατά τούτο, προσιδιάζει σε προ-πολιτικές κοινωνίες, όπως οι δυτικοευρωπαϊκές που μόλις εξέρχονταν από τη δεσποτική φεουδαρχία, όχι όμως στην ελληνική, που στη μικρή κλίμακα των κοινών συγκροτούσε ως επί το πλείστον δήμο3.
     Θεμελιώδες γνώρισμα του νεοελληνικού κράτους, είναι ότι έχει αγκιστρωθεί επί της ελληνικής κοινωνίας ενείδει παρασίτου που κατέχει και απομυζά το παραγωγικό, πολιτισμικό και ιστορικό της υπόβαθρο. Συμβαίνει, μάλιστα, να χρεώνει την ιδιότητα αυτή στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, προκειμένου να την αποσείσει. Η παρασιτική ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού από το κράτος εξηγεί τη χαοτική απόσταση που υπάρχει μεταξύ πολιτικού λόγου και πολιτικής πράξης, το γεγονός ότι ο δημόσιος ρόλος του κράτους σταματάει εκεί που έπρεπε να αρχίζει, ότι απουσιάζει από αυτό η έννοια της "δημόσιας" αποτελεσματικότητας, του ελέγχου και της κύρωσης του προσωπικού του, καθώς και της εφαρμογής της νομιμότητας. Έτσι, για παράδειγμα, από τη στιγμή που ψηφίζεται ο νόμος για την οδική κυκλοφορία, το κράτος εγκαταλείπει την εφαρμογή του στην "καλή θέληση" των Ελλήνων. Το ίδιο ισχύει ανεξαιρέτως σε όλους τους τομείς. Συγχρόνως, ο πολίτης για να απολαύσει τις υπηρεσίες που δικαιούται, όπως σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία, πρέπει να έχει "μέσον". Σε γενικές γραμμές, το κομματικό σύστημα, από διαμεσολαβητής της κοινωνίας και διαχειριστής του κράτους, λειτουργεί ως επικαρπωτής του. Η κομμματοκρατία, ως πολιτικό σύστημα, αποδίδει τη σταθερά του ελληνικού πολιτικού συστήματος και ορίζει το σκοπό των πολιτικών του κράτους4.
     Η κοινωνία, στην κομματοκρατία, δεν αντιμετωπίζεται ως η αιτία της ύπαρξης του κράτους, αλλά ως ο μείζων εχθρός που απειλεί το κεκτημένο της πολιτικής τάξης. Η κομματική αντιπαλότητα αποτελεί επιμέρους ζήτημα, που αφορά στη νομή του κράτους. Κατά τούτο, η έννοια του πολιτικού κόστους περιλαμβάνει αποκλειστικά την αντίδραση των ομάδων συμφερόντων που έχουν διαπλακεί με την πολιτική τάξη στη διαχείριση της εξουσίας και έχουν συνάψει ειδικά προνόμια μαζί της, με λάφυρο τη (δημόσια) περιουσία της κοινωνίας. Όταν αντιθέτως εγείρεται θέμα συμμόρφωσης της πολιτικής τάξης με την βούληση της κοινωνίας, οι φορείς της δηλώνουν με έπαρση, ότι δεν παρασύρονται από την δημοσκοπούμενη «κοινή γνώμη». Και αυτό είναι αληθές.
     2. Στο πλαίσιο αυτό, σπεύδω να επισημάνω ότι η βαρύτητα της ελληνικής κρίσης και το κλίμα του αδιεξόδου που πλανάται πάνω από τη χώρα, συνέχεται με το γεγονός ότι από πουθενά δεν προκύπτει η πρόθεση της πολιτικής τάξης να την απαλλάξει από το καθεστώς της. Ο χαρακτήρας της ελληνικής κρίσης, το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα, ο υπαίτιος της κρίσης, καλείται να βγάλει την χώρα από αυτήν, στοιχειοθετεί το αδιέξοδο της. Διότι η πολιτική τάξη ούτε νομιμοποιείται γι’αυτό ούτε έχει συμφέρον ούτε και τη σχετική πρόθεση, αφού θα σηματοδοτήσει το τέλος του ιστορικού καθεστώτος πάνω στο οποίο θεμελίωσε την ηγεμονία της επί της ελληνικής κοινωνίας. Εξού και δεν επέδειξε την παραμικρή μεταμέλεια έναντι της κοινωνίας.

     Αξίζει να προσεχθεί ότι η διαπίστωση της κρίσης δεν οδήγησε στην κινητοποίηση του πολιτικού συστήματος για τη διάσωση της χώρας. Όλες οι δράσεις του πολιτικού προσωπικού προετοίμασαν το έδαφος για την υπαγωγή της σε διεθνή επιτροπεία. Με αποτέλεσμα, οι συνέπειες για την χώρα να γίνουν πολλαπλασίως επαχθέστερες. Στο νέο αυτό περιβάλλον, οι πολιτικές δυνάμεις εξακολουθούν να προσποιούνται ότι δεν αντιλαμβάνονται το πρόβλημα: ταξινομούνται στους υπέρ ή κατά του μνημονίου, ενώ διέρχονται εν σιωπή το ζήτημα της άρσης των αιτίων που οδήγησαν σ΄αυτό. Η κατάρρευση του κράτους επιχειρείται να εμφανισθεί ως υπόθεση ολίγων μηνών πριν ή μετά τις εκλογές, δηλαδή ως ευθύνη του ενός ή του άλλου κομματικού μονομάχου. Χωρίς να αμφισβητούνται οι ευθύνες του τέλους, είναι δεδομένο ότι τα θεμέλια της τωρινής κρίσης ανάγονται στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με ξεχωριστή την εμπλοκή των Α. Παπανδρέου, Κ. Σημίτη και Κ. Καραμανλή. Και οπωσδήποτε, ενέχεται σ'αυτήν το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων.
     3. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η έξοδος από την κρίση έχει μεταβληθεί σε διακύβευμα εναλλαγής στην εξουσία και όχι σε πρόταγμα για τη σωτηρία της χώρας. Ο πολιτικός διάλογος οριοθετεί, όπως είδαμε, τους υπέρ ή τους κατά του μνημονίου και όχι την άρση των αιτίων του. Αν επιχειρήσουμε μια αποτίμηση των μέτρων που ελήφθησαν μετά το μνημόνιο -ή που προτάθηκαν από την αντιπολίτευση-, διαπιστώνουμε ότι έχουν όλα είτε μονοσήμαντο εισπρακτικό περιεχόμενο, με αποδέκτες τα συνήθη υποζύγια -τους εμφανείς φορολογούμενους- είτε ως μέτρο τη μετάλλαξη της εργασίας των πολιτών σε εμπόρευμα. Η ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος και του κράτους δεν εμπεριέχονται στις προγραμματικές πολιτικές των κομμάτων.
     Η επίκληση ορισμένων όλως ενδεικτικών παραδειγμάτων διευκρινίζουν νομίζω επαρκώς το κλίμα αυτό. Παρατηρούμε ότι ο περιορισμός των δαπανών δεν περιλαμβάνει τους τομείς που θα έθιγαν το πολιτικό σύστημα. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι η πάταξη της φοροδιαφυγής, η ανασυγκρότηση της δημόσιας διοίκησης ώστε να καταστεί αποτελεσματική, να εναρμονισθεί με το δημόσιο σκοπό της, να γίνει φιλική προς το πολίτη ή να συνδράμει την παραγωγική ανάταξη της χώρας, παρόλα όσο λέγονται, δεν περιλαμβάνεται στο πολιτικό πρόγραμμα της κομματοκρατίας.
     Θα ανέμενε κανείς, ο περιορισμός των ελλειμμάτων να συνοδεύεται από μέτρα ανασύνταξης του θεσμού στον οποίο αναφέρονται, ώστε το όφελος που θα προκύψει από τον περιορισμό της σπατάλης και την πάταξη της διαφθοράς να αντισταθμίσει τις απώλειες, με την ποιοτική αναβάθμιση και την αποτελεσματικότητα του προσφερομένου έργου. Αυτό δεν συνέβη πουθενά. Ούτε στο στενό ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα . Και μάλιστα, παρά την ισχυρή πίεση της τρόικας, η οποία διαβλέπει στην εμμονή της πολιτικής τάξης να διατηρήσει ακέραιο το κεκτημένο της έναν μείζονα κίνδυνο για τα ζωτικά της συμφέροντα.
     Παραμένει σημειολογικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι το πολιτικό προσωπικό δεν συναίνεσε, ούτε προσχηματικά, στη μείωση των απολαβών του, ενώ ο πολιτικός λόγος όλων των κομμάτων είναι πανομοιότυπος. Συμπεριφέρονται δηλαδή ως εάν η χώρα δεν βιώνει τη χειρότερη δοκιμασία από το 1922. Διαγκωνίζονται για την ενοχή των αντιπάλων, επιρρίπτοντας ο ένας την ευθύνη στον άλλον. Η συμφωνία όλων των κομμάτων στη διαφύλαξη, εν σιωπή, της ακεραιότητας του πολιτικού συστήματος, που συντηρεί την απόκοσμη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής και την αποπνικτική ατμόσφαιρα που σκεπάζει τη χώρα, είναι εντυπωσιακή.
     Το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης και, συγκεκριμένα, της σύνδεσής της με τη δικαιοσύνη αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα. Και τούτο διότι η εμμονή στην ολοκληρωτική ασυλία του πολιτικού προσωπικού υποδεικνύει τον αντίπαλο. Έναντι τίνος επιδιώκει να προστατευθεί η πολιτική τάξη; Προφανώς, έναντι της κοινωνίας. Η αλληλουχία αναχωμάτων προστασίας που έχουν υφανθεί με το Σύνταγμα, τους νόμους και την «πολιτεία» της Βουλής, ώστε να αποτραπεί ένας πιθανός έλεγχος της έκνομης συμπεριφοράς των μελών της, δεν έχει προηγούμενο στον σύγχρονο κόσμο. Ο πιο ευφάνταστος κακοποιός δεν θα είχε εφεύρει τόσους και τόσο περίτεχνους τρόπους προστασίας του. Προκαλεί ενδιαφέρον, εντούτοις, ότι ο τρόπος που η πολιτική τάξη διαχειρίζεται την εκτροπή από τη δημόσια λειτουργία της στο μέσον της κρίσης και της δημόσιας κατακραυγής που τη στοχοποιεί συλλήβδην ως λεηλατική και καταστροφέα της χώρας, δεν άλλαξε στο παραμικρό. Εν είδει παραδείγματος, αναφέρω ότι όχι μόνο δεν κατηγορήθηκε κανείς για την καταστροφή της χώρας, αλλά και οι ομολογημένες υποθέσεις σκανδάλων λαμβάνεται μέριμνα να κλείσουν με εύσχημο τρόπο και ανωδύνως. Ούτε λόγος να γίνεται για τον εγκλεισμό έστω και ενός πολιτικού προσώπου στη φυλακή, παρά την πίεση που ασκείται στο σύστημα από την κοινωνία και την τρόικα. Αν όλα τα δεινά που συσσώρευσε η πολιτική τάξη στην ελληνική κοινωνία, είχαν συμβεί στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου τουλάχιστον ο ηγετικός πυρήνας του κομματικού κατεστημένου, θα είχε αυτοκτονήσει από εντροπή ή έστω για να αποφύγει την ταπείνωση της φυλακής. Αντί άλλης αντίδρασης προσθέτω απλώς ότι τα κόμματα εισέπραξαν προκαταβολικά, στο μέσον της κρίσης, ατόφιες τις αποφασισθείσες από αυτά επιχορηγήσεις του κράτους, οι οποίες εκτιμάται ότι υπερβαίνουν, αναλογικά, κατά πολύ εκείνες των γαλλικών κομμάτων.
     Στο γεγονός αυτό, πρέπει να συνεκτιμηθεί επίσης ότι η ασυλία αφορά μόνο στις αδικοπραγίες του ιδιωτικού βίου και στην κατάχρηση ιδίως δημοσίου χρήματος. Δεν καλύπτει την ευθύνη που προκύπτει από τις πολιτικές τους, οι οποίες τίθενται στο απυρόβλητο, υπεράνω του νόμου5. Ο πολιτικός δύναται να καταστρέψει τη χώρα και να το ομολογήσει, «αναλαμβάνοντας» την πολιτική ευθύνη. Δεν υπόκειται όμως στην δικαιοσύνη, ούτε αναγνωρίζεται στον πολίτη έννομο συμφέρον για τη βλάβη που υπέστη. Κατά τα λοιπά, το σύστημα ορίζεται ως αντιπροσωπευτικό και δημοκρατικό6.
     Ενώ όμως ο πολιτικός αυτο-τοποθετείται ολοκληρωτικά στο απυρόβλητο της δικαιοσύνης και, κατ'επέκταση, της κοινωνίας, στη συνέχεια την εγκαλεί ως διεπομένη από την «ψυχολογία του όχλου και της μάζας» και ως απειλή για τη "δημοκρατία ", όταν στην απελπισία της επικαλεσθεί το μόνο όπλο που της απομένει, την αυτοδικία. Το ερώτημα, στο πλαίσιο αυτό, παραμένει αναπάντητο: πώς δικαιολογείται, ο υπαίτιος της κρίσης να επιμένει ότι είναι ο μόνος αρμόδιος να θεραπεύσει το πρόβλημα, όταν μάλιστα δεν επιδεικνύει την παραμικρή μεταμέλεια, εξακολουθεί να διαφεύγει τον έλεγχο και, μάλιστα, συμπεριφέρονται με τον τρόπο που οδήγησε στην κρίση;
     4. Η θεσμική αυτή θωράκιση της πολιτικής τάξης έναντι της κοινωνίας, συμβαδίζει με ανάλογες πολιτικές που δείχνουν ότι εννοεί να πορεύεται ως εάν δεν αποτελεί η ίδια το πρόβλημα ή με μοναδικό στόχο τη διατήρηση των προνομιών της. Έτσι, για παράδειγμα, ο πρόεδρος της Βουλής καλεί τους Έλληνες να εισφέρουν τον οβολό τους για την σωτηρία της χώρας, ενώ ο ίδιος συνεχίζει την φαύλη πολιτεία των προκατόχων του, αυξάνοντας αντί να μειώσει τον προϋπολογισμό της. Η υπουργός Παιδείας υπόσχεται μεταρρυθμίσεις στα ΑΕΙ σε επίπεδο «κορυφής», ομολογώντας ότι δεν προτίθεται να αγγίξει τον πυλώνα της κομματικής ιδιοποίησης των πανεπιστημίων, τις παρατάξεις, ενώ δεν κρύβει τη βαθιά δυσπιστία που τρέφει προς τις ανεξάρτητες εκείνες ακαδημαϊκές προσωπικότητες που ομολογουμένως θα τα οδηγούσαν στην έξοδο από την απαξία. Ο αρμόδιος υπουργός «προστασίας του πολίτη» δηλώνει με «καμάρι» ότι δεν θα παίξει το ρόλο του «σερίφη», εννοώντας προφανώς, ότι θα επαναφέρει την αστυνομία στο καθεστώς του ιδιότυπου «παρατηρητή» της δράσης των ιδεολόγων της καταστροφής και των παρασιτικών στοιχείων που ιδιοποιούνται τους δημόσιους χώρους, μεταβάλλοντας έτσι την πρωτεύουσα σε τριτοκοσμική πόλη. Ούτε το διάλειμμα «Χρυσοχοϊδη» φαίνεται ότι εμπνέει.

     5. Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι πολιτικές της κομματοκρατίας, οι οποίες όλες κατατείνουν στο να εγκιβωτίσουν την κοινωνία σε ένα καθεστώς ασφυκτικού ελέγχου και στη διέλευση του (οικονομικού κλπ) βίου της από τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Επειδή βιώνουμε την οικονομική κρίση, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένα παραδείγματα που αποκαλύπτουν την αγωνία της πολιτικής τάξης να αποκλείσει κάθε προοπτική απελευθέρωσης της κοινωνίας και, ιδίως να διατηρήσει τους μηχανισμούς της ιδιοποίησης ως σημαίνον γνώρισμα της σχέσης του πολίτη με το κράτος:
           (α) το επιχειρηματικό κλίμα. Είναι πασιφανές ότι οι δουλείες στις οποίες υποβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα οφείλονται εξ ολοκλήρου στη διάθεση των νομέων του κράτους να ελεγχθεί με όρους ιδιοποίησης ο τομέας αυτός της οικονομίας. Να "μοιρασθεί" δηλαδή μαζί του το "επιχειρείν". Εάν υπήρχε η πολιτική βούληση, το ζήτημα θα είχε «αυθωρί» επιλυθεί. Όπως έχει επιλυθεί στις χώρες όπου το κράτος διατηρεί ακόμη μια ελάχιστη αίσθηση δημοσίου συμφέροντος.

           Η άρνηση της πολιτικής τάξης να άρει το καθεστώς της κομματοκρατίας, που μεταβάλλει το κράτος σε δυνάστη της κοινωνίας, υποστηρίζεται ιδεολογικά με διατυπώσεις ενοχοποίησης της κοινωνίας («όλοι μαζί τα φάγαμε») ή με το επιχείρημα ότι η κοινωνία ζούσε υπεράνω των δυνατοτήτων της χώρας κ.α. Εντούτοις, μελέτες που εκπονήθηκαν σε ανύποπτη στιγμή, δηλώνουν ότι όχι μόνο δεν ζούσαμε υπεράνω των δυνατοτήτων μας, αλλ’ότι, εάν το κράτος επιδείκνυε στοιχειώδη προσήλωση στη δημόσια αποτελεσματικότητα και επολιτεύετο με πρόσημο το κοινό συμφέρον, το κεφαλήν εισόδημα των Ελλήνων θα ήταν ανάλογο εκείνου των Σκανδιναβών.
           (β) Ένα άλλο, συναφές με το επενδυτικό κλίμα, παράδειγμα, αφορά στην αντιμετώπιση όχι απλώς της ιδιοκτησίας, άλλα της Ελλάδας ως κατοικημένης χώρας. Θα επικαλεσθώ τρία εξόχως χαρακτηριστικά μέτρα που δείχνουν ότι οι φορείς της πολιτικής τάξης αντιμετωπίζουν τη χώρα ως κατακτητές και όχι ως εντολοδόχοι της κοινωνίας. Ακραία περίπτωση αποτελεί η υπουργός ΠΕκΚΑ, για την οποία η κοινωνία αποτελεί την μείζονα απειλή για το περιβάλλον. Εξού και, κλεισμένη στο γραφείο της ομού με διάφορα οικολογικά παράσιτα που σιτίζονται από το κοινωνικό ταμείο, βυσσοδομούν σε βάρος της κοινωνίας.

           Το πρόβλημα των «δασωθέντων» αγρών, που δημιούργησε η πολιτική τάξη, μετά τον πόλεμο, είναι γνωστό. Πρόκειται για τις αγροτικές ιδιοκτησίες, οι οποίες λόγω των ανατροπών που συνέβησαν στον ελληνικό χώρο παρέμειναν ακαλλιέργητες, για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, από τον πόλεμο και εντεθέν. Τις περισσότερες φορές εξαιτίας των εμποδίων που όρθωνε η πολιτεία.
           Το μείζον αυτό ζήτημα είναι πολυσήμαντο ως προς τις διαστάσεις του. Η πολιτική του διάσταση συναρτάται με αυτούς που έπαψαν να καλλιεργούν τους αγρούς τους. Ποιοί ήσαν αυτοί; Όσοι ενεπλάκησαν στην αντίσταση κατά του κατακτητή, οι ηττημένοι του εμφυλίου και πολιτικά διωκόμενοι στη συνέχεια, καθώς και τα θύματα της ανασύνταξης της οικονομίας. Έχει σημασία να επισημανθεί ότι το εφεύρημα της «δασικής έκτασης», συμβαδίζει με πλήθος άλλων πολιτικών μέτρων που κατέτειναν στην ανατροπή των κοινωνικών ισορροπιών στην ύπαιθρο και αποτέλεσε το μεγάλο κόλπο που οδήγησε στη διαρπαγή ή στην αιχμαλωσία της αγροτικής ιδιοκτησίας και, εναλλακτικά, στην καταστροφή των καλλιεργειών και των ομόλογων δασών (των ελαιώνων κλπ) που απέμειναν. Λειτούργησε δε ως καταλύτης για τη διαιώνιση της ερήμωσης της υπαίθρου και του αποκλεισμού της από τον οικιστικό και παραγωγικό ιστό της χώρας. Είναι όμως εξίσου γνωστό ότι η έννοια της «δασικής έκτασης», που αντιμετωπίζει τα θαμνώδη «αείφυλλα πλατύφυλλα» ως ιερά φυτά όπως οι Ινδοί τις αγελάδες, συνέβαλε καθοριστικά στη γενίκευση της συναλλαγής και της διαφθοράς στην ύπαιθρο.
           Στη ρύθμιση αυτή, που επιβαρύνθηκε έτι περαιτέρω από την τωρινή υπουργό ΠΕκΚΑ, με αποτέλεσμα να έχει σταματήσει κάθε επενδυτική πράξη στην ύπαιθρο ή, αναλόγως, να έχει ανέβει το "λαδόσημο" στα ύψη, προστέθηκε από προηγούμενη υπουργό, η πρόνοια της αρτιότητας ενός κτήματος υπό τον όρο να έχει πρόσοψη 25 μέτρων σε δρόμο, υφιστάμενο προ του 1923. Συνάγω ότι η ρύθμιση αυτή θεωρεί ότι η Ελλάδα οφείλει να παραμείνει, εξεπόψεως υποδομών, στο καθεστώς του ΄23, διότι έτσι θα προστατευθεί το περιβάλλον! Η αλήθεια όμως είναι ότι το μόνο που επετεύχθη είναι να μπει και η πολεοδομία στο παιχνίδι της συναλλαγής, που είχε ανατεθεί έως τότε στο Δασαρχείο. Οι ανωτέρω εστίες διαφθοράς και στασιμότητας δεν είναι οι μοναδικές.
           Το πλέον ενδιαφέρον, εντούτοις, επίτευγμα των νομέων του κράτους αφορά σε παράπλευρες ρυθμίσεις που συνέχονται με τις προστατευόμενες περιοχές («νατούρα»). Με πρόσφατη υπουργική απόφαση (sic) ορίζεται ότι σε απόσταση τελικά 350μ από τις ακτές -φυσικά και αλλού, πέραν των ακτών- η περιοχή μετατάσσεται στη ζώνη «υψηλής παραγωγικότητας» και διέπεται από τις σχετικές απαγορευτικές διατάξεις. Η πονηρά φύση των εχθρών της κοινωνίας βάφτισε τις κατά τεκμήριο άγονες και βραχώδεις περιοχές σε γαίες «υψηλής παραγωγικότητας» για να τις δημεύσει δωρεάν! Όλη σχεδόν η ενδιαφέρουσα οικονομικά Ελλάδα οφείλει να νεκρωθεί και οι κάτοικοί της να μετοικήσουν στα ορεινά ή να ξενιτευτούν για να επιβιώσουν. Η καταφανώς λεηλατική αυτή επιδρομή της υπουργού ΠΕκΚΑ προκύπτει, από τις μόλις πρόσφατες νομοθετικές της πρωτοβουλίες, ότι εγγράφεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο, το οποίο εάν δεν εμποδισθεί θα ερημώσει τη χώρα. Τη στιγμή που η χώρα χάνεται το πολιτικό προσωπικό αναλώνεται στο προσφιλές του άθλημα: του εγκιβωτισμού της κοινωνίας στις δουλείες του κράτους με πρόσημο την ολοσχερή της βύθιση στην ανέχεια και στην αδυναμία.
           Από τα ανωτέρω ολίγα, συνάγεται ότι η Ελλάδα ενδιαφέρει την πολιτική τάξη ως χώρος, όχι ως κοινωνία. Μια χώρα που άδειασε και ξαναγέμισε άπειρες φορές, δεν πρέπει να ξανακατοικηθεί. Παραγνωρίζει προφανώς ότι το περιβάλλον υπάρχει ως έννοια υπό τον όρο της παρουσίας της κοινωνίας εντός αυτού. Το περιβάλλον στον Άρη ουδένα ενδιαφέρει. Η απλή λογική διδάσκει ότι το περιβάλλον υπάρχει για την κοινωνία και δεν δύναται να διατηρηθεί χωρίς να γίνει φιλικό προς αυτήν. Η προστασία του δεν είναι συμβατή με την αποξένωση της κοινωνίας από αυτό ή από την ιδιοκτησία της, ούτε με την εξώθησή της να οδηγείται στην καταστροφή των ολίγων καλλιεργειών που απέμειναν, ούτε με την απαγόρευση της ανάπτυξης. Από τους "ταλιμπανιστές" του περιβάλλοντος η ιδέα της ένταξης του οικιστικού ιστού σ'αυτό ή η αρμονική ανάπτυξη των θεμελίων του σε συνάφεια με τις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές λειτουργίες του παρόντος και του μέλλοντος είναι αποκρουστική και, σε κάθε περίπτωση, αδιάφορη. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι όλα τα μέτρα της υπουργού ΠΕκΚΑ αποβλέπουν στη διαρπαγή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, κανένα όμως στην προστασία των δασών, στην ανάπτυξη του δημόσιου δασικού πλούτου και, μάλιστα, στην αναδάσωση των ορεινών όγκων που καλύπτουν σαφώς το κύριο μέρος της χώρας.
           (γ) Σταθερή επωδός που δικαιολογεί τη μονοσήμαντα αντικοινωνική πολιτική για την έξοδο από την κρίση είναι ότι το κράτος είναι διεφθαρμένο και, οπωσδήποτε, δεν προσφέρεται για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Αυτή καθεαυτή η επισήμανση ότι το ελληνικό κράτος είναι «μοναδικό σε δυσλειτουργικότητα» και το «πλέον σπάταλο και διεφθαρμένο δυτικό κράτος» συνέχεται με την «πολιτεία» της πολιτικής τάξης. Η εμμονή στη διατήρησή του όμως, σοβούσης της κρίσης, επιβεβαιώνει επίσης ότι η αιτία του κράτους αυτού δεν εξέλειπε. Διότι, όχι μόνο δεν ελήφθη ουσιαστικά κανένα μέτρο για την εξυγίανσή του, αλλά και μας διαβεβαιώνουν, με ποικίλους όσους τρόπους, ότι δεν προτίθενται να λάβουν. Όντως, η μόνιμη επωδός της πολιτικής τάξης εστιάζεται στην επισήμανση του προβλήματος, στην "απειλή" ότι θα ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι έναντι της τρόικας ή της υπηκόου κοινωνίας. Κορυφαίος υπουργός διετείνετο πρόσφατα ότι για τα κακώς κείμενα του κράτους φταίει ο μεγάλος αριθμός των βουλευτών και ο εκλογικός νόμος!!!.. Τίποτε άλλο...
           (δ) Η απουσία κάθε πολιτικής βούλησης για την ανάταξη του κράτους και τη διάσωση της κοινωνίας, διαπιστώνεται με κάθε σαφήνεια στην περίπτωση της φοροδιαφυγής. Αρκεί, νομίζω, ένα μόνο αλλά κραυγαλέο παράδειγμα, από τα πολλά που μπορεί να επικαλεσθεί κανείς. Υπό το προηγούμενο καθεστώς του ΦΜΑΠ αυτοί που υπέβαλαν δήλωση ήσαν ελάχιστοι σε σχέση με τους υπόχρεους. Η καθόλα ψευδής επίσημη εκδοχή ήταν ότι δεν υπήρχε τρόπος να ελεγχθούν. Έδωσαν, ωστόσο, εξαρχής στους φοροφυγάδες τη δυνατότητα να διαφύγουν τη δήλωση με την επίκληση της "υπεύθυνης δήλωσής" τους ότι το μέγεθος της περιουσίας που κατείχαν δεν υπερέβαινε το αφορολόγητο μέτρο. Σήμερα, εντούτοις, το πρόσχημα της αδυναμίας εξέλειπε αφού έχει διαμορφωθεί με το Ε9 περιουσιολόγιο και ανά πάσα στιγμή (δηλαδή αυτόματα, με βάση το ηλεκτρονικό σύστημα) μπορούν να ελεγχθούν όσοι είχαν υποχρέωση από το 1997 να υποβάλουν δήλωση ΦΜΑΠ και δεν το έπραξαν. Γιατί δεν το πράττουν; Η λύση είναι απλή: όσοι καλύπτουν τις προϋποθέσεις του ΦΜΑΠ σύμφωνα με το τωρινό Ε9 -με γνώμονα όμως τις πρόνοιες του τότε νόμου- να κληθούν να εξηγήσουν ποιά ήταν η κατάσταση της ακίνητης περιουσίας τους, από το 1997 έως την μεταβολή του νόμου. Γίνεται αντιληπτό ότι έτσι θα αποκατασταθεί η δικαιοσύνη -η ισότητα που προβλέπει το Σύνταγμα- και στα δημόσια ταμεία θα εισρεύσει χρήμα πολύ, αφού αυτοί που διέφυγαν την καταβολή του φόρου, αντιπροσωπεύουν ποσοστό πολλαπλάσιο εκείνων που υπέβαλαν δήλωση.
     5. Ποια μπορεί να είναι η διέξοδος; Πρέπει να διευκρινίσω ότι η λύση δεν θα προέλθει από μια επανάσταση της κοινωνίας. Η κοινωνία επέδειξε την απέχθειά της προς το σύστημα και, στο πλαίσιο αυτό, το δρόμο της εξόδου από την κρίση με ποικίλους τρόπους: Με τη στοχοποίηση της κομματοκρατίας και της πολιτικής τάξης ως υπεύθυνων για την καταστροφή της. Με τη δήλωσή της σε ποσοστό 75% ότι θα εγκατέλειπε τη χώρα εάν είχε τη σχετική δυνατότητα. Με την αυξημένη εκλογική αποχή και τη διάθεση αυτοδικίας των πολιτών έναντι της πολιτικής τάξης.
     Από την άλλη, είναι μάλλον «ουτοπικό» να αναμένει κανείς την υπέρβαση της δυναστικής κομματοκρατίας, με πρωτοβουλία της ίδιας της πολιτικής τάξης. Απομένει, επομένως, είτε η απόφαση ενός ηγέτη να υπερβεί εαυτόν και να πολιτευθεί ως εάν δεν αποτελεί μέρος της είτε η ολοκληρωτική κατάρρευση των επιλογών της, οπότε από τα συντρίμμια της χώρας θα μπορούσε να αναδειχθεί η διάδοχη κατάσταση. Η πρώτη εκδοχή μοιάζει μάλλον απίθανη αφού η πολιτική τάξη είναι δομικά ταυτισμένη με τη λογική της κομματοκρατίας, οι δε μηχανισμοί των διαπλεκομένων αναδεικνύουν πολιτικούς ηγέτες των οποίων το διαμέτρημα είναι απαγορευτικό για το εγχείρημα. Η δεύτερη λύση, πέραν του ότι δεν υποδεικνύει το αποτέλεσμα, εφόσον συνδυασθεί με ένα απονενοημένο διάβημα της κοινωνίας, ελέγχεται ως ικανή να οδηγήσει τη χώρα σε βαθύτερο αδιέξοδο.
     Σε κάθε περίπτωση, η έξοδος από την κρίση με τη διατήρηση ατόφιου του κρατούντος πολιτικού συστήματος, προμηνύεται αφενός τη διαιώνιση του καθεστώτος κατοχής, στο οποίο υπεβλήθη η ελληνική κοινωνία σχεδόν με τη μετάβασή της στο κράτος έθνος, και αφετέρου, μη αναστρέψιμες απώλειες για τη χώρα.
     6. Η επισήμανση αυτή δηλώνει ότι αντί, επομένως να κρύβεται κανείς πίσω από το μνημόνιο (και, συγκεκριμένα, το καθεστώς επιτροπείας, στο οποίο παρεδόθη ως μη όφειλε η χώρα και, μάλιστα, χωρίς διαπραγμάτευση), καλείται να λάβει ακαριαία μέτρα ανατροπής του καθεστώτος εσωτερικής κατοχής, στο οποίο εμμένει η πολιτική τάξη, απελευθερώνοντας την κοινωνία από τα πολυσήμαντα δεσμά της.
     Επείγει ως προς αυτό:
           (α) να ανασυγκροτηθεί το πολιτικό σύστημα, με γνώμονα την εγκαθίδρυση μιας θεσμικής ισορροπίας μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Ισορροπία, η οποία δεν είναι προφανώς εφικτή στο πεδίο της πολιτικής δυναμικής, δηλαδή εξωθεσμικά, και, οπωσδήποτε, με πρόσημο την εναλλαγή των φορέων της κομματοκρατίας στην εξουσία. Οι παραδοσιακοί τρόποι πολιτικής δράσης (η απεργία, η διαδήλωση κλπ) έχουν από καιρό ξεπερασθεί μαζί με τις συνθήκες που τους εισήγαγαν. Δεν αρκεί επίσης η επίκληση της δεοντολογίας («ότι οφείλει η πολιτική να αντιπροσωπεύει την κοινωνία»), για να λειτουργήσει το κράτος εν αρμονία με το κοινό συμφέρον. Είναι αναγκαία, εφεξής, η θεσμική ενσωμάτωση του σώματος της κοινωνίας των πολιτών και, σε κάθε περίπτωση, η συνεκτίμηση της κοινωνικής βούλησης, στην πολιτική διαδικασία. Απαιτείται γι’αυτό να θεσμοθετηθούν πρακτικές συναγωγής της συλλογικής βούλησης και ανάρτησής της στο πολιτικό διάλογο, έτσι ώστε να αποτελέσει διακύβευμα των πολιτικών του κράτους.
           Η επιλογή αυτή εναρμονίζεται με τη γενικότερη εξέλιξη του κόσμου, δεδομένου ότι όσο η οικονομία αυτονομείται από το πολιτειακό περιβάλλον του κράτους και αναπτύσσει το διακύβευμά της διακρατικά, δηλαδή στο σύνολο κοσμοσύστημα, τόσο η κοινωνία θα επιδιώκει την εγκατάστασή της στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος για να αντισταθμίσει την αδυναμία της να επηρεάσει τις αποφάσεις του πολιτικού συστήματος. Η αντιπροσωπευτική προσομοίωση της πολιτείας επάγεται προφανώς την κατάργηση όλων των πυλώνων της κομματοκρατίας, την άμεση υπαγωγή της πολιτικής στη δικαιοσύνη, την απόρριψη του ιδιοτελούς προτάγματος της «διακυβέρνησης», που αναδεικνύει την κατ'εφημισμόν «κοινωνία πολιτών»7, αντί του σώματος της κοινωνίας των πολιτών, σε μέτρο του σκοπού της πολιτικής.
           (β) να αναπροσδιορισθεί ο σκοπός του κράτους. Το γενικό/δημόσιο συμφέρον να υποκατασταθεί από το κοινό συμφέρον. Η έννοια του κοινού συμφέροντος προϋποθέτει, εντούτοις, την ανοικοδόμηση του κοινωνικού ιστού, στη βάση μιας ισχυρής συνεκτικής αρχής (ή συλλογικής ταυτότητας) που θα κινητοποιεί τα δημιουργικά αντανακλαστικά της κοινωνίας και θα τα ανάγει σε συλλογική βούληση. Ο συνδυασμός της αντιπροσωπευτικής προσομοίωσης της πολιτείας με την ισχυρή ταυτοτική συλλογικότητα, θα δημιουργήσει μια νέα σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που θα αποκλείει την πελατειακή εξατομίκευση της πολιτικής λειτουργίας. Η συνάντηση του σκοπού της πολιτικής με το βούληση/συμφέρον της κοινωνίας των πολιτών, προόρισται να μεταβάλει το κράτος, από δυνάστη της σύνολης κοινωνίας, σε αρωγό του πολίτη, σε εγγυητή της ζωής, της περιουσίας, της ελευθερίας και των δικαιωμάτων του.
           (γ) η αντιπροσωπευτική προσομοίωση της πολιτείας προϋποθέτει την εισαγωγή της αρχής του ελέγχειν του πολιτικού προσωπικού, δηλαδή την ολοσχερή κατάργηση της ασυλίας και την προσέγγιση της πολιτικής ευθύνης υπό το πρίσμα της δικαιοσύνης. Συνεπάγεται περαιτέρω την αναγνώριση στα μέλη της κοινωνίας των πολιτών δικαιώματος έννομου συμφέροντος, τόσο έναντι των φορέων του πολιτικού συστήματος όσο και των μελών της διοίκησης και της δικαιοσύνης.
           Η καθιέρωση του δικαιώματος αυτού, συνάδει με την εισαγωγή της αρχής του «ελέγχειν» για το πολιτικό προσωπικό και τη διοίκηση, που θα ήταν αυτονόητη εάν το πολιτικό σύστημα προσομοίαζε στοιχειωδώς προς την αντιπροσώπευση. Αν μη τι άλλο, ο πολίτης δικαιούται να έχει λόγο στη διαχείριση της περιουσίας του, αυτής που εκχωρείται στο κράτος μέσω του δημοσιονομικού συστήματος. Δεν νοείται, επίσης, ο βλαπτόμενος από τις αρχές του κράτους πολίτης να μην δικαιούται να υποβάλει σε έλεγχο τον βλάπτοντα ή να αποζημιώνεται από το δημόσιο ταμείο που χρηματοδοτεί ο ίδιος και όχι από τον υπαίτιο. Με απλούστερη διατύπωση, οφείλει να καταργηθεί κάθε νόμος -περί [μη] ευθύνης υπουργών- και να εφαρμοσθούν οι κοινές περί δικαίου διατάξεις που διέπουν όλους τους πολίτες. Ο Αριστοτέλης και ο Πολύβιος μας πληροφορούν ότι στην αντιπροσώπευση και στη δημοκρατία τα εγκλήματα των πολιτικών τιμωρούνται αυστηρότερα επειδή βλάπτουν τους πολλούς. Δεν εξισώνονται με εκείνα των κοινών ανθρώπων και προφανώς δεν τίθενται στο απυρόβλητο. Οπωσδήποτε, είναι επιεικώς απαράδεκτο, οι ρυθμίσεις για την "πολιτική ευθύνη" των πολιτικών, να αποφασίζονται από τους ιδίους σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, η δε απόφαση για τη δίωξή τους και η εκδίκαση της υπόθεσης να ανήκει στους ίδιους.
           (δ) Όπως είδαμε, το κράτος της κομματοκρατίας θεωρεί ότι ο ρόλος του τελειώνει εκεί όπου όφειλε να αρχίζει. Εξού και δεν θεωρεί ότι ανήκουν στις αρμοδιότητές του η έννοια της αποτελεσματικότητας και ο έλεγχος των υπηρεσιών του, η κύρωση για την εφαρμογή της νομιμότητας και για την εναρμόνισή του με το κοινό συμφέρον. Η αναστροφή της λογικής αυτής, συνδυάζεται με το γεγονός ότι το κράτος στο σύνολό του είναι άκρως αποτελεσματικό στη διαχείριση του κομματικού συμφέροντος και για την ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού. Το κράτος αυτό πρέπει να εκλείψει ακαρεί. Να ανασυγκροτηθούν εκ βάθρων η διοίκηση, η δικαιοσύνη, οι δυνάμεις της τάξης κλπ, με γνώμονα την ανταποκρισιμότητά τους στις ανάγκες της κοινωνίας. Να αποκτήσει ο κρατικός μηχανισμός επιχειρησιακή διάσταση, με μέτρο όχι ασφαλώς την "αγορά", αλλά τη δημόσια αποτελεσματικότητα και πρόσημο το κοινωνικό συμφέρον.
           (ε) να καταργηθεί αμέσως το σύνολο της νομοθεσίας που δεσμεύει την ελευθερία της κοινωνίας και την μεταβάλει σε αναγκαστικό υποζύγιο της διαπλοκής και της διαφθοράς. Να γίνει σαφές στην πολιτική τάξη (και στην απολογητική νεοτερική διανόηση) ότι η οικονομική πολιτική που προάγει την εξουθένωση, την ταπείνωση και την περιαγωγή της κοινωνίας στην εργασιακή, εισοδηματική και ιδιοκτησιακή εξαχρείωση, προσήκει στο καθεστώς της ανομίας και στις σχέσεις δύναμης, που σταδιοδρομούν στην πρωτο-ανθρωποκεντρική φάση που διέρχεται η εποχή μας, όχι στην φύση της σύνολης εξέλιξης. Με άλλα λόγια, μια οικονομική πολιτική με πρόσημο την πρόοδο συνάδει με την απελευθέρωση των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ανάδειξη της «πολιτικής αγοράς», δηλαδή της κοινωνικής βούλησης, σε ρυθμίζουσα παράμετρο, από την οποία αντλούν λόγο ύπαρξης το κράτος και, φυσικά, η «οικονομική αγορά». Μια υπεροχή που απαιτεί την άρση της πολιτικής κυριαρχίας του κράτους επί της κοινωνίας των πολιτών.

     7. Οι ανωτέρω πολιτικές εισάγουν ως πρόκριμα ότι ο πολιτικός ηγέτης έχει επίγνωση του διακυβεύματος που εγείρεται ενώπιον του κόσμου στην εποχή μας και την βούληση να υπερβεί τη συγκυρία των συσχετισμών, αντί να παραμένει απλός διαχειριστής του κρατούντος συστήματος. Να γνωρίζει, σε ό,τι αφορά ειδικότερα την Ελλάδα, ότι η έξοδος από την κρίση, χωρίς την ανήκεστη συντριβή της, απαιτεί την εκ βάθρων ανασυγκρότηση του παρόντος κράτους, ως πολιτικού συστήματος και ως διοίκησης.
     Είναι προφανές ότι η άρση της αιτίας της κρίσης και, εν προκειμένω, της κομματοκρατίας, δεν μπορεί να γίνει από μια κυβέρνηση που θα αποτελείται από κομματικά ενεργούμενα και «φίλους» ή συνεργούς της καταστροφής, αλλά από μέλη της κοινωνίας που αναγνωρίζονται για τη βαθιά γνώση του διεθνούς διακυβεύματος και του ελληνικού προβλήματος και των οποίων η «πολιτεία» εγγυάται την προσήλωσή τους στο κοινό συμφέρον και στην ελευθερία της. Η ανατροπή της κομματοκρατίας απαιτεί την παράκαμψη του συνόλου της πολιτικής τάξης, από την Αριστερά έως τη Δεξιά της πτέρυγα.
     Η υπέρβαση αυτή, αφορά κατ’επέκταση και στο περιεχόμενο του προγραμματικού πολιτικού λόγου. Η επικέντρωση της συζήτησης στο δίλημμα υπέρ ή κατά του μνημονίου υποδεικνύει το δρόμο που θα επιλεγεί για την τελειωτική καταστροφή. Το διακύβευμα της υπέρβασης ανάγεται στην αναίρεση του δυναστικού κράτους που συντηρεί η κομματοκρατία και, υπό το πρίσμα αυτό, στην επανεξέταση του συνόλου των πολιτικών του.
     Ευλόγως, λοιπόν, επανέρχεται το ερώτημα. Ποιός άραγε ο ηγέτης που θα αναλάβει την απελευθέρωση της κοινωνίας ή μήπως η τελευταία θα υποχρεωθεί να αναζητήσει, υπό το βάρος της κατάρρευσης, τρόπους για τη διάσωσή της; Διαπιστώσαμε ήδη ότι ο ηγέτης που θα οδηγήσει στην υπέρβαση της κομματοκρατίας δεν μπορεί να προέλθει από την κρατούσα πολιτική τάξη και τους διαπλεκομένους συγκατανευσιφάγους που την περιβάλλουν. Πριν από χρόνια, διαβλέποντας το αναπόφευκτο της καταστροφής, διατύπωνα την άποψη ότι η υπέρβαση του φαυλοκρατικού καθεστώτος θα γινόταν μόνο μέσα από το αδιέξοδο μιας μείζονος κρίσης, στην οποία θα οδηγείτο τελικά η χώρα. Φαίνεται, ωστόσο, ότι τα θεμέλια της κομματοκρατίας και των δυνάμεων της διαπλοκής που τη στηρίζουν, είναι βαθιά, ενώ η παράδοση της χώρας στη διεθνή επιτροπεία δημιούργησε ένα επαρκώς ανθεκτικό μείγμα, αποτρεπτικό στην εκκόλαψη του νέου. Εξού και οι επιπτώσεις της κρίσης θα είναι για τη χώρα οδυνηρές.
     Η άποψη που διατυπώνουν ορισμένοι ότι είναι δυνατή η έξοδος από την κρίση με τη διατήρηση του κρατούντος πολιτικού συστήματος και μέτρο τον εξαναγκασμό του από την τρόικα σε μεταρρυθμίσεις είναι κατά τη γνώμη μου εξίσου εσφαλμένη. Διότι η έξοδος αυτή, πέραν του ότι μεταθέτει το βάρος αποκλειστικά στην κοινωνία, θα διαιωνίσει το καθεστώς της κατοχής της και θα συνοδεύεται από το στίγμα της βέβαιης υποτροπής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η προοπτική αυτή είναι, από τη φύση της, επικίνδυνη, αφού υπονοεί ότι το συμφέρον της κοινωνίας συνάδει με εκείνο των ξένων δυνάμεων και όχι με το εθνικό της κράτος.
     8. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κρίση είναι διεθνής. Όμως, η Ελλάδα κάνει τη διαφορά. Η τωρινή κρίση προστίθεται στην αλυσίδα σειράς καταστροφών που επισώρευσε το νεοελληνικό κράτος επί της ελληνικής κοινωνίας. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι η κρίση αυτή προετοιμάσθηκε ιδεολογικά, τα τελευταία χρόνια, από την κρατική διανόηση, ενόσω η λεηλατική ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού και η ομηρία της κοινωνίας, έπαιρναν εμφανείς διαστάσεις.
     Στο πλαίσιο αυτό, η αναφορά στη βούληση και το συμφέρον της κοινωνίας εξομοιώθηκε με τον λαϊκισμό, η δε επίκληση της εθνικής συλλογικότητας ως αναχώματος στην καθυπόταξη του κράτους στις «νομοτέλειες» της ιδιωτικής οικονομίας, ενοχοποιήθηκε ως ταυτολογία του εθνικισμού. Τα «δικαιώματα» αποτέλεσαν το επιχείρημα για την ολοκληρωτική επίθεση της κρατικής διανόησης εναντίον της ελευθερίας της κοινωνίας και, περαιτέρω, για την υποβάθμιση της εργασίας του πολίτη στην κατηγορία του εμπορεύματος. Μια ομοβροντία δημοσιευμάτων προέβαλαν, την περίοδο αυτή, τον κίνδυνο που στοιχειοθετούσε η «πλειοψηφία» για τα δικαιώματα. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι η «πλειοψηφία», η οποία κινητοποιεί τα ολιγαρχικά αντανακλαστικά της κρατικής διανόησης, συνέχεται με την εγκιβωτισμένη στον ιδιωτικό χώρο κοινωνία και όχι, προφανώς, με μια πολιτειακά δομημένη (ως δήμος) κοινωνία των πολιτών, διαθέτουσα, ως εκ τούτου, ιδίαν θεσμική βούληση. Η προοπτική ακριβώς αυτή είναι που τρομάζει τις δυνάμεις της (πνευματικής και πολιτικής) ολιγαρχίας, δεδομένου ότι η πολιτειακή δόμηση της κοινωνίας των πολιτών είναι απολύτως αναιρετική της διαπλοκής των ομάδων συμφερόντων με την πολιτική εξουσία και, προφανώς, του δυναστικού κράτους της κομματοκρατίας.
     Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τον τρόπο προσέγγισης της κρίσης, επιβεβαιώνουν ότι η κατεστημένη άρχουσα τάξη δεν είναι προετοιμασμένη να επεξεργασθεί πολιτικές ολικής ανατροπής του φαυλοκρατικού καθεστώτος της κομματοκρατίας, εναρμονιζόμενη με την Ελλάδα της δημιουργίας και του πολιτισμού, κυρίως δε προς έναν κοινωνικό σκοπό της πολιτικής, που θα διαρρήγνυε τη σχέση της με εδραιωμένα συμφέροντα και πολιτικές νοοτροπίες δυναστικού τύπου.
     Αυτός είναι ο λόγος που με κάνει να επιμένω ότι η λύση στο ελληνικό πρόβλημα δεν διέρχεται από την εναλλαγή στην εξουσία, ουδέ καν από την παράκαμψη του πολιτικού προσωπικού που λειτουργεί την παρούσα κομματοκρατία. Διότι στη θέση της θα εγκατασταθεί μεσοπρόθεσμα, μόλις καταλαγιάσει η κρίση, μια άλλη, δυναστική πολιτική τάξη. Η λύση έγκειται στη μεταβολή της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Η οποία θα διέλθει αποκλειστικά από την αναίρεση του προ-αντιπροσωπευτικού κράτους, το οποίο, όντας αναντίστοιχο με το πολιτικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας, οδηγεί στην κομματοκρατία. Ο εκσυγχρονισμός αυτός του πολιτικού συστήματος της χώρας μπορεί να επισυμβεί μόνο με τη θεσμική ενσωμάτωση της κοινωνίας των πολιτών –ή, κατ’ελάχιστον, της κοινωνικής βούλησης- στην πολιτεία, δηλαδή με την αντιπροσωπευτική προσομοίωση του πολιτικού συστήματος.
     Τα ανωτέρω, μας επαναφέρουν, επομένως, στην αρχική μας διαπίστωση ότι η αιτία της κρίσης προδικάζει και το αδιέξοδο της χώρας. Διότι τα θεμέλια της κομματοκρατίας -και των δυνάμεων της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής που τη στηρίζουν- είναι βαθιά, ενώ η παράδοση της χώρας στη διεθνή επιτροπεία ενίσχυσε την ανθεκτικότητα του μείγματος που λειτουργεί αποτρεπτικά στην εκκόλαψη του νέου. Παρουσιάζεται έτσι το φαινόμενο, εκείνοι που οδήγησαν τη χώρα στην καταστροφή να εμφανίζονται ως τιμητές και, μάλιστα, να επιμένουν ότι αυτοί είναι οι μόνοι κατάλληλοι να την σώσουν. Δεν αναλογίζονται ότι με τον τρόπο αυτό επιβαρύνουν περαιτέρω τη θέση τους καθώς ομολογούν ότι οδήγησαν τη χώρα στην κρίση εν επιγνώσει. Όλα δείχνουν ότι η παρούσα θέση της χώρας προσομοιάζει πλήρως με εκείνη του 18978.
     Σε κάθε περίπτωση, η διαιώνιση της αναντιστοιχίας αυτής μεταξύ του πρωτο-ανθρωποκεντρικού κράτους της νεοτερικότητας με το ανθρωποκεντρικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας, εξηγεί γιατί ο ελληνισμός δεν συνήλθε ακόμη από τις συνέπειες της ήττας που ολοκληρώθηκε με την είσοδό του στο κράτος έθνος. Το παρήγορο του πράγματος, έγκειται, ωστόσο, στο ότι η ίδια η νεοτερικότητα έχει αρχίσει, αμυδρά, να διακρίνει στην αναντιστοιχία αυτή, την αιτία του δικού της προβλήματος9.

Αθήνα, 14.01.2011


[1] Για τον χαρακτήρα της παγκόσμιας κρίσης, την οποία αναγγείλαμε με κείμενο μας το 2007, όπως και για την ιδιαιτερότητα της ελληνικής κρίσης, βλέπε το βιβλίο μου, 12/2008. Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος, Εκδόσεις Ιανός, Αθήνα, 2009, σελ. 9-102, 193 επ.
[2] Σε πλήθος έργων μου παλαιόθεν, όπως στα Histoire de la Grèce, Éditions Hatier, Παρίσι, 1992. "Ο πόλεμος του 1897 και ο Δημήτριος Βικέλας," στο Η Μελέτη, τ. Ε΄, Αθήνα, 2010, σελ. 545-565. "Το διακύβευμα της μικρασιατικής εκστρατείας και οι σταθερές του νεοελληνικού κράτους" κ.α.
[3] Βλέπε σχετικά το έργο μου, Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή, Παρουσία, Αθήνα, 2008.
[4] Βλέπε σχετικά στο έργο μου, "Η κομματοκρατία ως πολιτικό σύστημα", στο Η δημοκρατία ως ελευθερία. Δημοκρατία και αντιπροσώπευση, Πατάκης, Αθήνα, 2007, σελ. 689 επ.
[5] Περισσότερα, στα κεφάλαια, "Δικαιοσύνη και πολιτικό σύστημα" και "Διαφθορά και πολιτικό σύστημα" του βιβλίου μου, Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.
[6] Όπως έχω καταδείξει στο ανωτέρω έργο μου, το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικό ούτε πολλώ μάλλον δημοκρατικό. Και σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται να είναι και τα δυο, αφού αυτά μεταξύ τους είναι ασύμβατα και ως εκ τούτου δεν μπορούν να συνυπάρξουν.
[7] Δηλαδή τις συντεταγμένες ομάδες που διακινούν επιμέρους συμφέροντα, νέμονται το δημόσιο αγαθό και υπαγορεύουν το περιεχόμενο του πολιτικού κόστους. Για το μείζον αυτό ζήτημα, που σχεδιάσθηκε για να υπηρετήσει αυθεντικά την πολιτική κυριαρχία της αγοράς, βλέπε το οικείο κεφάλαιο στο βιβλίο μου Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.
[8] Αρκεί να αντιμεταθέσει κανείς το χρόνο και το περιεχόμενο της κρίσης για να πιστοποιήσει ότι πόσο η σημερινή πραγματικότητα δεν άλλαξε στο παραμικρό από εκείνη του 1897. Βλέπε σχετικά το έργο μου "Ο πόλεμος του 1897 και ο Δημήτριος Βικέλας", όπ.παρ.
[9] Πολλά από τα παραπεμπόμενα κείμενα στο εδώ πόνημα, ο αναγνώστης μπορεί να τα αναζητήσει στην ιστοσελίδα του συγγραφέα. "http://contogeorgis.blogspot.com" ή απλώς "κοσμοσύστημα".


WICCA: Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΑΓΙΣΣΩΝ

Του Λάμπρου Σκόντζου, Θεολόγου-Καθηγητού

        Είναι πια ολοφάνερο πως ο κόσμος ολόκληρος εισέρχεται με όλο και πιο γορ­γούς ρυθμούς στο αποκρυφιστικό πνεύμα της διαβόητης «Νέας Εποχής». Μια νέα, πρωτόγνωρη πνευματική κατάσταση δι­αμορφώνεται, η οποία τείνει να περιθω­ριοποιήσει πνευματικές και θρησκευτικές αξίες αιώνων. Εμείς, όσοι ασχολούμαστε με θέματα συγχρόνων αιρέσεων και παραθρησκείας, δυσκολευόμαστε να παρακο­λουθήσουμε την ροή των δραματικών εξε­λίξεων και την τραγική φάση στην όποια εισέρχεται η ανθρωπότητα.
Η χώρα μας δε θα μπορούσε να αποτε­λέσει εξαίρεση. Παρ' όλο ότι ο ελληνικός λαός διαθέτει υγιείς πνευματικές καταβο­λές, οι οποίες στηρίζονται στην Ορθόδοξη παράδοση μας, ο αποκρυφισμός όχι μόνο είναι παρών στη βιωτή των νεοελλήνων, αλλά τείνει να αποτελέσει κανόνα ζωής σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. Δεν εί­ναι υπερβολικό να υποστηρίξουμε πως η κάθε γειτονιά διαθέτει πια το μάγο ή τη μάγισσά της , διότι ο αριθμός των θερα­πόντων του αποκρυφισμού και της μαγεί­ας μετριέται σε πολλές χιλιάδες στη χώρα μας! Η μαγεία τείνει να γίνει «φυσική» ενασχόληση και τρόπος ζωής για πολύ κόσμο. Άλλωστε η συνεχής και συστη­ματική προβολή από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το διαδίκτυο και τα αναγνώ­σματα τύπου Χάρι Πότερ, έχουν επιφέ­ρει τεράστια επίδραση στις συνειδήσεις χιλιάδων ανθρώπων και έχουν αμβλύνει επικίνδυνα τις επιφυλάξεις της ορθόδο­ξης παράδοσης μας για το πρόβλημα του αποκρυφισμού.
Αλλά υπάρχει και μια άλλη σοβαρότατη παράμετρος στο πρόβλημα της μαγείας. Ως τώρα γνωρίζαμε πως η μαγεία είναι μια απόκρυφη και σκοτεινή τέχνη  ερ­γαλείο στο χέρια κάποιων επιτηδείων. Ως τις αρχές του εικοστού αιώνα οι μάγοι και οι μάγισσες σε διάφορα μέρη του κόσμου αποτελούσαν απλά κάποιες ενώσεις, ή δρούσαν μεμονωμένα. Όμως τώρα συνει­δητοποιούμε πως η μαγεία έχει πάρει τη μορφή συγκεκριμένης και οργανωμένης θρησκείας. Πρόκειται για τη διαβόητη Wicca, η οποία έχει παγκόσμιο χαρακτήρα και η οποία λέγεται ότι βρίσκεται στην 5η θέση των μεγάλων θρησκειών από άποψη οπαδών!
Για την ιστορία αναφέρουμε πως εμ­πνευστής, πρωτεργάτης και δημιουργός της Wicca υπήρξε ο διαβόητος Άγγλος μά­γος αποκρυφιστής και παγανιστής Gerald Gardner (1884-1964). Αυτόν τον μύησε στον σατανισμό και τη μαγεία το 1940 μία μά­γισσα, η «γηραιά» Dorothy Chutterburch και το 1946 είχε συνδεθεί με τον άρχισατανιστή Alister Crowley ο οποίος τον έχρισε τιμητικό μέλος της μυστικιστικής σατανιστικής αδελφότητας «Ordo Templi Orientis» (O.T.O.). Ο Gardner υπό την επίδραση του μαύρου σατανιστή, έγραψε το 1949 το βιβλίο «Hign Magic's Aid» (Βοήθημα ανώτερης μαγείας), που περιείχε μαγικές τελετουργίες στον κερασφόρο θεό Πάνα. Το 1951 ίδρυσε δική του αδελφότητα, όπου εφάρμοζε τις αποκρυφιστικές πρακτικές του Crowley. Το 1953 μύησε στην αδελφό­τητα του τη διαβόητη αποκρυφίστρια Doreen Valiente, με την οποία διαμόρφωσαν και συστηματοποίησαν τη λεγόμενη γκαρντεριανή παράδοση, δηλαδή την αναβίωση του αρχαίου δρυιδικού παγανισμού και της μαγικο-παγανιστική ς Wicca. Το 1954 εξέδω­σε άλλο βιβλίο για την εξέλιξη της μαγεί­ας, με τίτλο: «Witchcraft Today» (Η μαγεία σήμερα), το οποίο είναι η συστηματοποίη­ση στην ουσία του δρυιδικού και γουικανικού νεοπαγανισμού. Αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην ανάπτυξη της Wicca και την διάδοση της μαγείας σε όλο τον κόσμο.
Μετά το θάνατο του Gardner το 1964, το έργο του συνέχισε ο Raymond Buckland (Ρεϊμόν Μπάκλαντ), διαβόητος και αυτός μάγος και αποκρυφιστής. Τη δεκαετία του 1960 εισήγαγε τη μαγεία της Wicca στην Αμερική, όπου έγινε δεκτή από τους εκεί αποκρυφιστικούς κύκλους και ιδιαίτερα τους σατανιστές του Anton LaVey, ο οποίος υπήρξε ο ιδρυτής της φρικιαστικής οργά­νωσης, της «Εκκλησίας του Σατανά». Στα 1979 η μάγισσα  σατανίστρια, από την Καλιφόρνια, Starhawk έγραψε το μπέστ σέλερ «Ο Σπειροειδής Χορός: Μια Ανα­γέννηση της Αρχαίας Θρησκείας της Μεγάλης Θεάς», μια συστηματική παρου­σίαση των γουϊκανικών παγανιστικών τε­λετουργιών, το οποίο έκαμε πολύ μεγάλη εντύπωση στους αναγνώστες του δυτικού κόσμου και συνέδεσε τον σατανισμό με τον Κέλτικο νεοπαγανισμό.
 Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της Wicca έπαιξε και ο δι­αβόητος μάγος και σατανιστής Alexander Sanders, ο οποίος διαμόρφωσε, παράλληλα με την γκαρντεριανή νεοπαγανιστική πα­ράδοση, τη λεγόμενη αλεξανδρινή. Έχου­με αποδείξει εδώ και χρόνια πως το μέγα εύρος του αποκρυφισμού, με τις πολυάριθ­μες πτυχές και οργανώσεις του, λειτουργεί ς δίκτυο συγκοινωνούντων δοχείων. Η σημερινή «ιέρεια» της «Εκκλησίας του Σατανά» στην πόλη Σαν Ζοζέ της Καλιφόρνιας, Μάργκαρετ Γουέντλ δηλώνει γουϊκανή νεοπαγανίστρια!
Η Wicca εμπεριέχει στο λατρευτικό της σύστημα κράμα πολλών αρχαίων παγανι­στικών δοξασιών και τελετουργιών. Κυρί­ως είναι αναβίωση των δοξασιών και των τελετουργιών των δρυιδών Κελτών και των αρχαίων παγανιστών Σκανδιναβών. Η ονομασία Wicca δηλώνει τη γυναίκα μάγισσα. Ως κύρια θεότητα λατρεύεται η «Μητέρα θεά Γαία» των Κελτών, την οποία οι σύγχρονοι δημιουργοί της Wic­ca την ταύτισαν με την Άρτεμη  Εκάτη του αρχαιοελληνικού πανθέου. Άλλη κο­ρυφαία θεότητα της Wicca είναι ο κερασφόρος και τραγόμορφος θεός, ο οποίος και αυτός ταυτίστηκε με τον επίσης αρ­χαιοελληνικό θεό Πάνα, «Υιός, αδελφός, εραστής και σύντροφος της Μεγάλης Μητέρας»[1]. Δεν είναι τυχαία η επιλογή. Η Άρτεμις  Εκάτη θεωρούνταν στην αρχαι­ότητα προστάτης της μαγείας, αλλά και της γονιμότητας στην Ιωνία. Το ίδιο και ο Πάνας θεωρούνταν προσωποποίηση της άγριας ερωτικής λαγνείας. Τα δύο αυτά «θεία» πρόσωπα, σύμφωνα με τις δοξασί­ες της Wicca, βρίσκονται σε αέναη ερωτική συνεύρεση. «Οι δύο θεοί θεωρούνται η συμπλήρωση ο ένας του άλλου και μαζί ολοκληρώνονται και δημιουργούν την Υπέρτατη Δύναμη»[2]. Η προσέγγιση από μέρους των οπαδών γίνεται με τη μαγεία και τις ελεύθερες ερωτικές σχέσεις, «ως ύψιστη λατρεία», όπως ισχυρίζονται, που όμως στην ουσία είναι συγκερασμός της μαγείας και του αχαλίνωτου ερωτισμού.
Αρχικά ο Gerald Gardner, αργότερα ο Ra­ymond Buckland και κυρίως η Στάρχοουκ έδωσαν μια ώθηση φεμινιστική στη Wicca, με τη λατρεία της θηλυκής «Μεγάλης Θε­άς», που δεν ήταν άλλη από τις διάφορες παραλλαγές της θηλυκής θεότητας της μαγείας στα διάφορα αρχαία παγανιστικά θρησκεύματα. Χιλιάδες φεμινίστριες σε όλο τον κόσμο αποδέχτηκαν τη νέα θρησκεία, την οποία θεωρούσαν ως μια από τις κύριες εκφράσεις της γυναικείας απελευθέρωσης. Παράλληλα με τη λατρεία της θεάς Γαίας, προσεταιρίστηκαν το οικολογικό παγκό­σμιο κίνημα και κατόρθωσαν να θεωρη­θούν ως θρησκευτικό οικολογικό κίνημα!
Τελευταία πληροφορούμαστε πως η δι­εθνής Wicca ίδρυσε παράρτημα και στη χώρα μας και ειδικότερα της λεγομένης Κορελλιανής παράδοσης. «Καθιερώθηκε» «ναός» με την ονομασία: «Ναός της Ιερής Φλόγας» και συστάθηκε ιερατείο μυημένο στην Αμερική και στην Αγγλία. Δημοσίευ­μα του περασμένου Μαΐου αναφέρει ότι έλαβαν χώρα την πρωτομαγιά «δυναμι­κές» μαγικές τελετουργίες από τα μέλη της εν Ελλάδι θρησκευτικής κοινότητας της Wicca. Ας σημειωθεί πως τη νύχτα της 30ης Απριλίου προς 1η Μαΐου, η οποία ονομάζε­ται Μπιάλτα (Beltaine) η Βαλμπούργειος Νύχτα, εορτάζεται από τους σατανιστές το φρικτό γεγονός της συστάσεως της «Εκ­κλησίας του Σατανά» από τον LaVey. Η «εορτή» αυτή τιμάται και από όλους τους αποκρυφιστές του κόσμου. Επίσης μετα­φράστηκαν στα ελληνικά πάμπολλα βι­βλία, όπως του αποκρυφιστή συγγραφέα Κ. Scot «Wicca: Ο Απόλυτος Πρακτικός Οδηγός», από τις εκδόσεις «Αρχέτυπο».
Παρ' όλες τις μεγαλοστομίες των εκπρο­σώπων της Wicca, ότι δήθεν αποτελεί μια τυπική φυσιοκρατική θρησκεία, θεωρού­με, βάσει στοιχείων, ότι εντάσσεται στις ακραίες αποκρυφιστικές ομάδες, διότι δεν αρκείται απλά σε κάποιες παγανιστικού τύπου τελετουργίες, αλλά ασκεί την πρα­κτική μαγεία, ως κατ' εξοχήν λατρευτικό τυπικό. Παρ' όλο ότι ισχυρίζονται ότι δεν έχουν καμιά σχέση με τον σατανισμό και ότι θεωρούν τον σατανά ως «ανύπαρκτο ον», αποδεικνύουμε με στοιχεία ότι οι ιδρυ­τές της Wicca, (Gardner, Starhawk, κ.λπ.), που προαναφέραμε, άνηκαν ή είχαν κοινωνία με σατανιστικές οργανώσεις.
Τα σύμβολα και τα τελετουργικά τους έχουν κοινά σημεία με αυτές και τα «πνευματι­κά όντα» που επικαλούνται στις μαγικές τελετουργίες τους είναι σαφώς ακάθαρτα πνεύματα. Έστω για παράδειγμα το πα­γανιστικό μουσικό συγκρότημα της Wicca «Inkubus Sukkubus», οι συμβολισμοί και η θεματολογία του οποίου είναι ταυτόσημοι με τον σατανισμό, όπου εξυμνείται απρο­κάλυπτα ο Devil (Διάβολος) και ο Lucifer (Εωσφόρος)[3]. Έχουμε επίσης τη βεβαιό­τητα ότι η μαγικοπαγανιστική θρησκεία Wicca αποτελεί κύρια ομάδα του αποκρυφιστικού πλέγματος της «Νέας Εποχής», διότι απηχεί πλήρως τις αρχές της και ταυ­τίζεται με τις επιδιώξεις της.
Φρονούμε ότι η σύγχρονη πνευματική κατάσταση του κόσμου δεν είναι καθόλου καλή. Είναι ανάγκη να εγερθούμε από τον πνευματικό μας λήθαργο και να προτά­ξουμε δυνάμεις αντιστάσεως ενάντια στη συνεχή και ραγδαία κατάπτωση της αν­θρωπότητας. Είναι επιτακτική ανάγκη να αφυπνιστούμε από την πνευματική απο­χαύνωση που μας οδήγησε η αποκρυφιστική προπαγάνδα εδώ και κάποιες δεκαετίες, να διώξουμε τη νοητή σκοταδιστική αχλή από τα μάτια μας και να ατενίσουμε το ανέσπερο φως του Χριστού, το οποίο, μό­νο αυτό, διαλύει τα νοητά σκοτάδια του ψεύδους και της απάτης. Είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε πως η ψευδαίσθηση διεξόδων από τα οποία προβλήματα της ζωής που δημιουργεί ο αποκρυφισμός είναι μια καλοστημένη παγίδα και ένα απατηλό δόλωμα που στήνει ο πονηρός με τα όρ­γανά του, προκειμένου να αποσπάσει τον σύγχρονο άνθρωπο από την πρόνοια του Θεού και να τον οδηγήσει στα σκοτεινά ερέβη της σατανοκρατίας, όπου όχι μόνο δεν υπάρχουν διέξοδοι, αλλά επικρατεί η φρίκη και ο δρόμος χωρίς επιστροφή.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ




Δείτε και:


Εγγραφή στο ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ μέσω Email

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ

1. Οι ενυπόγραφες αναρτήσεις (άρθρα, ομιλίες, κριτικές βιβλίων, επιφυλλίδες, δοκίμια, μελετήματα κλπ) που φιλοξενούνται ή αναδημοσιεύονται στο ιστολόγιο "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ" εκφράζουν κατά κύριο λόγο τους συγγραφείς τους και όχι απαραίτητα το ιστολόγιο "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ".

2. Τα σχόλια των αναγνωστών του ιστολογίου "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ" εκφράζουν τους ίδιους προσωπικά και όχι το ιστολόγιο "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ". Σχόλια άσχετα με το περιεχόμενο των αναρτήσεων δεν θα δημοσιεύονται.

3. Υπάρχουν στο ιστολόγιο μας πολλές προτάσεις (σύνδεσμοι, links) προς άλλους δικτυακούς τόπους (sites, blogs κλπ). Το ιστολόγιο μας δε φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενο των αναρτήσεων ή των σχολίων που γίνονται εκεί.

ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

ΤΟ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΣΤΗ WORDPRESS

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Αρχείο

Αξίζει να διαβάσετε

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ
Περίπλους στην ορθόδοξη πνευματικότητα

ΑΝΤΙΦΩΝΟ

ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

AHDONI

Ιερός Ναός Αγίου Διονυσίου Αχαρνών

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan
台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan: ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΜΕΤΑΒΑΣΗ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

Ορθόδοξα ιστολόγια

Ορθόδοξοι Ιστoχώροι στα ελληνικά

ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ

Home of the Greek Bible

ΕΝΟΡΙΑ ΑΓΙΑΣ ΖΩΝΗΣ

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ
ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ

ΟΟΔΕ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ